Σχετικά με την κατάργηση των Λεκτόρων - του Δημήτρη Ζώη, Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Πατρας Παρασκευή, Ιουλ 15 2011 

Οι Λέκτορες σε όλα τα Πανεπιστήμια (μαζί με όσους είναι υπό διορισμό) είναι περίπου μεταξύ των 2000 (δύο χιλιάδες) και 2500 ατόμων (ίσως και περισσότεροι/ρες). Ηδη για τους δημοσίους υπαλλήλους “διαρρέουν” ότι θα γίνουν απολύσεις. Το ίδιο λέει και η τελευταία έκθεση των υπαλλήλων της Τρόϊκας (για απόλυση μετά από έναν χρόνο “εφεδρείας”). Γιατί λοιπόν να μην απολύσουν και τους Λέκτορες; Ο στόχος μας λοιπόν πρέπει να είναι η βαθμίδα να μην καταργηθεί αλλά να αναβαθμιστεί.

Με τον Ν.1268/1982 για την αναβάθμιση των Πανεπιστημίων θεσμοθετήθηκε το ΔΕΠ στο οποίο περιλαμβάνεται και η βαθμίδα του Λέκτορα ενώ με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις η βαθμίδα αυτή καταργείται. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στον Καναδά (με διαφορές) και σε άλλες προηγμένες χώρες όπου η βαθμίδα υφίσταται δεν γίνεται καμία προσπάθεια αναβάθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της κατάργησης της βαθμίδας αυτής. Πρέπει επομένως το Υπουργείο να αιτιολογήσει για ποιό λόγο η βαθμίδα αυτή καταργείται και πως η κατάργησή της θα αναβαθμίσει το Πανεπιστήμιο.

Από τον Ν.1268/1982 μέχρι σήμερα οι Κυβερνήσεις (του ΠΑΣΟΚ κυρίως αλλά και της ΝΔ) υποβαθμίζουν σταθερά με διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις την βαθμίδα του Λέκτορα. Η πρώτη υποβάθμιση (και η αρχή του κακού) ήταν η θεσμοθέτηση του ονόματος Λέκτορας και όχι Δόκιμος Καθηγητής που προέβλεπε το σχέδιο νόμου για τον Ν.1268/1982 που δόθηκε στην δημοσιότητα. Επόμενα τρανταχτά παραδείγματα είναι, οι ρυθμίσεις ότι οι Λέκτορες δεν κάνουν αυτοδύναμη διδασκαλία και δεν επιβλέπουν ως κύριοι επιβλέποντες διδακτορική διατριβή (Ν.2083/1992 από την ΝΔ), η ρύθμιση ότι για τα υπηρεσιακά τους θέματα προσφεύγουν στο Διοικητικό Εφετείο και όχι στο ΣτΕ (ρύθμιση ΠΑΣΟΚ το 2001) όπως όλα τα άλλα μέλη ΔΕΠ κλπ.

Μετά από αυτά ακόμη και το ΣτΕ (http://tapantaeinaixrima.blogspot.com/2008/04/blog-post.html) διαχωρίζει τα μέλη ΔΕΠ σε ΚΥΡΙΟ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ (Καθηγητές, Αναπληρωτές Καθηγητές) και ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ (Επίκουροι Καθηγητές, Λέκτορες).

Το αποτέλεσμα αυτής της υποβάθμισης είναι ότι ενώ η προσφορά (και τα προσόντα;) των Λεκτόρων στο διδακτικό και στο ερευνητικό έργο είναι ίση ή και μεγαλύτερη πολλές φορές από την προσφορά των υπόλοιπων βαθμίδων του ΔΕΠ να προτείνεται η κατάργησή τους, δηλ. τους υποβαθμίζουμε σταδιακά και μετά με το επιχείρημα ότι είναι υποβαθμισμένοι τους καταργούμε. Οι προφανής στόχος της κατάργησης είναι οι διδάσκοντες “Λέκτορες” που θα διαδεχθούν τους υφιστάμενους Λέκτορες να είναι περισσότερο υποβαθμισμένοι από τους νυν υπηρετούντες.

Επειδή υπάρχει η βαθμίδα του Λέκτορα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί και ανανεωθεί η Ανώτατη Εκπαίδευση από επιστημονικό προσωπικό το οποίο δημιουργείται στην Ελλάδα και δεν “εισάγεται” μόνο από το εξωτερικό. Με την κατάργηση της βαθμίδας αυτής δεν θα υπάρχουν κίνητρα για τους αποφοίτους των Ελληνικών Πανεπιστημίων να παραμείνουν στα Ελληνικά Πανεπιστήμια για διδακτορικές σπουδές. Η μετάβαση στο εξωτερικό θα είναι η μόνη διέξοδος για την μελλοντική διεκδίκηση θέσης μέλους ΔΕΠ στα Ελληνικά ΑΕΙ. Επομένως θα υπάρξει σοβαρό πρόβλημα για τις μεταπτυχιακές σπουδές στα ΑΕΙ δηλ. έλλειψη ικανού αριθμού ατόμων που θα επιθυμούν να κάνουν διδακτορικό καθώς και χαμηλότερο επίπεδο φοιτητών οι οποίοι τελικά θα γίνονται μεταπτυχιακοί. Με την κατάργηση δηλαδή της βαθμίδας του Λέκτορα θα υπάρξει και υποβάθμιση των μεταπτυχιακών σπουδών στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.

Ακόμη ένα ουσιαστικό στοιχείο του σχεδίου νόμου που “διαρρέεται” στην δημοσιότητα είναι η επαναφορά / επιστροφή στο καθεστώς της Εδρας (ήδη έχει με την βοήθεια όλων των νόμων από τον Ν.1268/1982 αντικατασταθεί επαξίως από τον θεσμό του Εργαστηρίου) με την Σχολή ως κύρια μονάδα του Πανεπιστημίου και την κατάργηση Τμημάτων και Τομέων.

Ο συντονισμός των Εδρών από τις Σχολές για να δημιουργηθούν προγράμματα σπουδών (χωρίς την παρέμβαση Τμημάτων και Τομέων) θα απαξιώσει επιστημονικά τελείως το Πανεπιστήμιο. Πιστεύω επομένως ότι το αποτέλεσμα θα είναι όχι η αναβάθμιση του Πανεπιστημίου αλλά η πλήρης υποβάθμισή του σε μετα-λυκειακή μονάδα γρήγορης κατάρτισης.

Επομένως επειδή είμαι σίγουρος ότι η κατάργηση της βαθμίδας του Λέκτορα θα υποβαθμίσει παρά θα αναβαθμίσει την Πανεπιστημιακή εκπαίδευση και έρευνα θα πρότεινα τα εξής :

Την ΜΗ κατάργησή της βαθμίδας του Λέκτορα αλλά την αναβάθμισή της με τις ακόλουθες παρεμβάσεις στο νομοθετικό πλαίσιο που την διέπει :

1) Μετονομασία της βαθμίδας του Λέκτορα με τρόπο που να μην διαχωρίζεται ονομαστικά από τις άλλες βαθμίδες του ΔΕΠ.

2) Να δοθεί ξεκάθαρα στη βαθμίδα του Λέκτορα το δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας σε προπτυχιακό επίπεδο όπως υπάρχει ξεκάθαρα το δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας σε μεταπτυχιακό επίπεδο.

3) Να αποκτήσει ο Λέκτορας το δικαίωμα επίβλεψης διδακτορικής διατριβής ως κύριος επιβλέπων.

4) Να δοθεί η δυνατότητα μονιμοποίησης στη βαθμίδα του Λέκτορα μετά από εύλογο χρονικό διάστημα από τον αρχικό διορισμό σε αυτή.

Οι ρυθμίσεις που προτείνω θα αναβαθμίσουν την βαθμίδα του Λέκτορα και θα συμβάλλουν στην αναβάθμιση του Πανεπιστημίου προσελκύοντας αρκετούς νέους επιστήμονες οι οποίοι βρίσκονται στην Ελλάδα ή στο Εξωτερικό, είναι διδάκτορες, έχουν αξιόλογο έργο και μπορούν να βοηθήσουν αποφασιστικά στην κατεύθυνση αυτή.

Οσοι πιστεύουν ότι πρέπει να ζητήσουμε την μη κατάργηση της βαθμίδας αλλά την αναβάθμισή της ας επικοινωνήσουν μαζί μου στο dzois@upatras.gr

Επιστολή του Κώστα Χ. Χρυσόγονου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.σχετικά με εστίες αντισυνταγματικότητας μέσα στο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ Τετάρτη, Ιουλ 13 2011 

Θεσσαλονίκη, 11.7.2011

Προς
τη Σύνοδο Πρυτάνεων των Α.Ε.Ι.

Σε απάντηση της από 5.7.2011 επιστολής που μου απηύθυνε εκ μέρους του Προεδρείου της Συνόδου ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και ενόψει του κατεπείγοντος χαρακτήρα του θέματος, σας ενημερώνω ότι η γνώμη μου για το προσχέδιο νόμου είναι συνοπτικά η εξής:

Ι. Τα συνταγματικά δεδομένα

Η παρ. 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος προβλέπει ότι: «H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η πρoαγωγή τoυς απoτελεί υπoχρέωση τoυ Kράτoυς. H ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσoυν από τo καθήκoν της υπακoής στo Σύνταγμα».
Εξάλλου, η παρ. 5 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος ορίζει ότι: «H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται απoκλειστικά από ιδρύματα πoυ απoτελoύν νoμικά πρόσωπα δημoσίoυ δικαίoυ με πλήρη αυτoδιoίκηση. Tα ιδρύματα αυτά τελoύν υπό την επoπτεία τoυ Kράτoυς, έχoυν δικαίωμα να ενισχύoνται oικoνoμικά από αυτό και λειτoυργoύν σύμφωνα με τoυς νόμoυς πoυ αφoρoύν τoυς oργανισμoύς τoυς. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπoρεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμoς oρίζει» (για την ερμηνεία των διατάξεων αυτών βλ. αναλυτικά, σε ανύποπτο χρόνο, Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα 3η εκδ. 2006, σελ. 326 επ.)
Πέρα από τον χαρακτήρα των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το εδ. α΄ της παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος εγγυάται και την πλήρη αυτοδιοίκησή τους. Η αυτοδιοίκηση αποτελεί άλλωστε και την ειδοποιό διαφορά του κατά την έννοια του άρθρου 16 του Συντάγματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος από άλλα, ισότιμα μεν προς τα λοιπά, ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του κράτους, όπου όμως δεν εφαρμόζεται η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπως είναι οι παραγωγικές σχολές των ενόπλων δυνάμεων (ΣτΕ 3894/1996).
Η αυτοδιοίκηση είναι έννοια διακεκριμένη από εκείνη της αυτονομίας: αντίθετα π.χ. προς τη Βουλή, η οποία μόνη της και χωρίς καμία παρέμβαση άλλου κρατικού οργάνου ορίζει τον τρόπο λειτουργίας της με τον Κανονισμό, τα ΑΕΙ δεν μπορούν καταρχήν να θέσουν κανόνες δικαίου για τον εαυτό τους, εκτός βέβαια αν υπάρξει σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση στο πλαίσιο του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄ Συντάγματος (ΣτΕ 32/1990). Η αυτοδιοίκηση σημαίνει ότι αυτά διαχειρίζονται με αυτοτέλεια και με δικά του, το καθένα, όργανα τις υποθέσεις τους, μέσα στο πλαίσιο των γενικών και αφηρημένων ρυθμίσεων που θεσπίζονται με τυπικό νόμο ή κανονιστική πράξη (Α. Μάνεση, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, 1980, σελ. 697-8).
Η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ έχει διφυή υπόσταση (Π. Μαντζούφα, Ακαδημαϊκή ελευθερία 1997, σελ. 147 επ.): αφενός πρόκειται για ατομικό δικαίωμα, αφού αποτελεί τη φυσική προέκταση της κατά την παρ. 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος ακαδημαϊκής ελευθερίας. Είναι πρόδηλο ότι η τελευταία θα διέτρεχε αυξημένους κινδύνους, αν τα πανεπιστήμια εντάσσονταν άμεσα στον κρατικό μηχανισμό, όπως συμβαίνει με τα δημοτικά σχολεία ή τα γυμνάσια και λύκεια. Αφετέρου όμως πρόκειται και για θεσμική εγγύηση, αφού το αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο καθιερώνεται ως θεσμός κυρίως για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της ανάπτυξης και προαγωγής της επιστήμης και της εξύψωσης της παιδείας, που αποτελεί «υποχρέωση» και μάλιστα «βασική αποστολή» του κράτους. Εξάλλου, σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία μπορεί να ασκηθεί ατομικά από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, η άσκηση της πλήρους αυτοδιοίκησης προϋποθέτει τη συλλογική, εξ αδιαιρέτου συμμετοχή των μελών αυτών (Ε. Βενιζέλου, Ο «νόμος πλαίσιο» για τα ΑΕΙ, Δίκαιο και Πολιτική 2, σελ. 179).
Στην έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ ανήκουν ιδίως:
α) το δικαίωμά τους να επιλέγουν με τα δικά τους όργανα το διδακτικό προσωπικό τους, μέσα στο πλαίσιο των γενικών κανόνων του νόμου (ΣτΕ 2817/1990), όπως επίσης και το τυχόν αποκλειστικά ερευνητικό προσωπικό.
β) το δικαίωμά τους να επιλέγουν τα όργανα διοίκησής τους π.χ. εκλογή πρυτάνεων, κοσμητόρων, προέδρων τμημάτων κ.λπ. (Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα Α΄, 1991, σελ. 687).
γ) η οικονομική αυτοτέλεια, δηλαδή η ικανότητα της διοίκησης και διαχείρισης της περιουσίας τους με δικά τους όργανα (ΣτΕ 2298/1979). Ρητά άλλωστε το άρθρο 16 παρ. 5 εδ. β΄ του Συντάγματος καθιερώνει δικαίωμα των ΑΕΙ να ενισχύονται οικονομικά από το κράτος. Πρόκειται εδώ για πρόσθετη θεσμική εγγύηση που περιβάλλει την πλήρη αυτοδιοίκηση (Ε. Βενιζέλου, Ο «νόμος πλαίσιο» για τα ΑΕΙ, Δίκαιο και Πολιτική 2, σελ. 180) και δημιουργεί αξίωση καθενός ΑΕΙ κατά του κράτους για κάλυψη τουλάχιστον των στοιχειωδών λειτουργικών αναγκών του σε όσο βαθμό δεν επαρκούς προς τούτο οι ίδιοι πόροι του.
δ) η κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών από τα πανεπιστημιακά όργανα (Α. Μάνεση, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, 1980, σελ. 698).
Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, στο προσχέδιο νόμου εντοπίζεται σωρεία διατάξεων με προβλήματα αντισυνταγματικότητας, όπως εκτίθενται κατωτέρω.

ΙΙ. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας διατάξεων του προσχεδίου

1. Ως προς την αυτοδιοίκηση:

Το άρθρο 16 παρ. 5 και 6 του Συντάγματος κάνει λόγο για ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Κατά μία άποψη ο χαρακτηρισμός αυτός αποκλείει την πρόσδοση στα πανεπιστήμια στα πανεπιστήμια από τον κοινό νομοθέτη μικτής μορφής, με την εισαγωγή σωματειακών στοιχείων στην οργάνωσή τους (Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα Α΄, 1991, σελ. 682 επ.). Έτσι, κατά την άποψη αυτή η συμμετοχή ιδίως των φοιτητών στη λήψη των αποφάσεων των ΑΕΙ αποκλείεται, διότι αυτοί είναι «μεταβατικοί χρήστες των υπηρεσιών των ΑΕΙ» και δεν έχουν παρά το δικαίωμα ν’ ακούγονται ή ακόμα (!) και να ψηφίσουν σε καθαρώς διοικητικά ζητήματα που αφορούν τη φοιτητική τους ζωή όπως ενδιαίτηση κ.λπ. (βλ. τη γνώμη της μειοψηφίας στη 10η σκέψη της ΣτΕ 2805/1984, Ολ.).
Συναφώς υποστηρίχθηκε ότι στους καθηγητές των ΑΕΙ ανατίθεται, κατά κύριο λόγο, η πραγματοποίηση της αποστολής των ιδρυμάτων αυτών και επομένως είναι επιτακτική για τον κοινό νομοθέτη η διατήρηση της οργανικής αυτοτέλειας και λειτουργικής ιδιαιτερότητας των καθηγητών σε σχέση με το λοιπό διδακτικό προσωπικό. Απαγορεύεται άρα, κατά την ίδια συλλογιστική, η συγχώνευσή τους με το λοιπό διδακτικό προσωπικό σε ένα ενιαίο σώμα ή κλάδο με ενιαίες οργανικές θέσεις (βλ. την παραπεμπτική στην Ολομέλεια απόφαση του Γ΄ Τμήματος ΣτΕ 399/1984).
Οι απόψεις αυτές, εκτός του ότι παραγνωρίζουν τη συμμετοχή των άλλων παραγόντων της πανεπιστημιακής κοινότητας, πέρα από τους καθηγητές, στο ερευνητικό και διδακτικό έργο και τελικά παραπέμπουν στην παρωχημένη θεωρητική κατασκευή της ειδικής σχέσης εξουσίασης, δεν βρίσκουν πάντως έρεισμα στο ισχύον Σύνταγμα. Η κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ του Συντάγματος «πλήρης» αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ δεν μπορεί να περιορίζεται στους πάλαι ποτέ (υπό το καθεστώς του Ν. 5343/1932) «τακτικούς» καθηγητές. Η αυτοδιοίκηση είναι πλήρης όταν συμμετέχουν σε αυτή όλοι όσοι απαρτίζουν τα ΑΕΙ, διδάσκοντες, διδασκόμενοι και λοιπό (διοικητικό κ.λπ.) προσωπικό και, στο μέτρο αυτό, ο χαρακτήρας των τελευταίων είναι μικτός, ιδρυματικός αλλά και σωματειακός (Α. Μάνεση, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, 1980, σελ. 698-9). Εξάλλου, το επίθετο «πλήρης» (αυτοδιοίκηση) προστέθηκε ακριβώς ως υποκατάστατο της ρητής θέσπισης της συμμετοχής των φοιτητών στη διοίκηση των ΑΕΙ (Α. Τάχου, Ελληνικό διοικητικό δίκαιο, 2003, σελ. 336-7). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παραπάνω ερμηνεία του όρου «πλήρης αυτοδιοίκηση» εναρμονίζεται προς τη δημοκρατική αρχή εφόσον η εισαγωγή σωματειακών στοιχείων στην οργάνωσή τους συντελεί στον εκδημοκρατισμό των ΑΕΙ, τα οποία έως το 1982 διοικούνταν από ελάχιστους τακτικούς καθηγητές.
Η νομολογία δέχεται σχετικά ότι στην πλήρη αυτοδιοίκηση βρίσκει έρεισμα το σύγχρονο σχήμα του πανεπιστημίου των ομάδων, το οποίο εισήγαγε ο Ν. 1268/1982 και έχει ως λειτουργική προϋπόθεση την ισότιμη συμμετοχή στα συλλογικά όργανα των εκπροσώπων κάθε ομάδας δηλαδή κύριο διδακτικό προσωπικό, λοιπό διδακτικό προσωπικό και φοιτητές (ΣτΕ 2923/1987 Ολ.). Επιβάλλεται όμως από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της σταδιοδρομίας καθενός κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας, να είναι ποιοτικά και λειτουργικά ομοιογενής κάθε ομάδα, να συγκροτείται δηλαδή από πρόσωπα που παρουσιάζουν ομοιογένεια από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, καθηκόντων και ευθύνης στη λειτουργία του πανεπιστημίου. Κρίθηκε συνεπώς αντισυνταγματική η ισότιμη με τα μέλη των τριών ανώτερων βαθμίδων (καθηγητές, αναπληρωτές καθηγητές και επίκουροι καθηγητές) συμμετοχή των λεκτόρων στον ενιαίο φορέα του διδακτικού-ερευνητικού προσωπικού (Δ.Ε.Π.), λόγω των μειωμένων προσόντων που απαιτούσε γι’ αυτούς το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1268/1982 (ΑΕΔ 30/1985). Μετά όμως από την αναβάθμιση των προσόντων των λεκτόρων με το άρθρο 79 του ν. 1566/1985 κρίθηκε ότι επιτρέπεται πλέον η ισότιμη συμμετοχή τους στο Δ.Ε.Π (ΣτΕ 1854/1990 Ολ.).
Εν προκειμένω, στο άρθρο 8 παρ. 1 του προσχεδίου νόμου για τα ΑΕΙ προβλέπεται η συγκρότηση οργάνου με ονομασία «Συμβούλιο του Ιδρύματος». Το Συμβούλιο αυτό αποτελείται κατά περίπτωση είτε από δεκαπέντε, είτε από εννέα μέλη. Εξ αυτών τα οκτώ ή πέντε αντίστοιχα είναι μέλη του ιδρύματος, εκ των οποίων επτά ή τέσσερα είναι μέλη είναι καθηγητές πρώτης βαθμίδας (πλήρους και αποκλειστικής ή μόνον πλήρους απασχόλησης), ενώ το ένα είναι εκπρόσωπος των φοιτητών του ιδρύματος. Στο Συμβούλιο εξάλλου συγκροτείται και από άλλα επτά ή τέσσερα μέλη, τα οποία όμως είναι εξωτερικά, δηλαδή δεν σχετίζονται με το εκάστοτε ίδρυμα του οποίου όργανο αποτελεί το Συμβούλιο.
Τα μέλη-καθηγητές εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος. Στην εκλογή έχουν δικαίωμα ψήφου όλοι οι καθηγητές, προφανώς δηλαδή και οι αναπληρωτές και οι επίκουροι, καθώς και οι λέκτορες για όσο χρόνο παραμένουν στο ίδρυμα (άρθρο 8 παρ. 5α). Εξάλλου, το προσχέδιο νόμου στο άρθρο 8 παρ. 3 νόμος αναφέρει ότι στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου συμμετέχει, ως μέλος χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας εκπρόσωπος του λοιπού προσωπικού του ιδρύματος, δίχως όμως να προκύπτει από πουθενά τι περιλαμβάνει η έννοια αυτή.
Ήδη από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα προβλήματα: καταρχάς, η δημοκρατική εκπροσώπηση έχει κατ’ ανάγκη δύο όψεις, το εκλέγειν και το εκλέγεσθαι. Στα πλαίσια της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, το μεν εκλέγειν σημαίνει ότι παρέχεται σε ορισμένη κατηγορία το δικαίωμα του εκπροσωπείσθαι μέσω της ψήφου, ενώ το εκλέγεσθαι σημαίνει ότι εκείνος που αναλαμβάνει την εκπροσώπηση των ψηφισάντων ανήκει σε κύκλο προσώπων που πράγματι μπορούν να εκπροσωπήσουν τις απόψεις τους.
Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω διατάξεις, επιτρέπουν μεν στους αναπληρωτές και επίκουρους καθηγητές να ψηφίσουν για την εκλογή των μελών του Συμβουλίου του Ιδρύματος, εν τούτοις δεν προβλέπεται η δυνατότητα εκλογής τους, καθώς μόνο καθηγητές πλήρους ή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης μπορούν μόνον να εκλέγονται. Τίθεται έτσι ένας αδικαιολόγητος περιορισμός στην εκπροσώπηση των κατηγοριών αυτών. Σημειωτέον ότι στο άρθρο 2 του Ν. 2083/1992 προβλεπόταν ότι στη Σύγκλητο συμμετέχουν και εκπρόσωποι των αναπληρωτών καθηγητών, επίκουρων καθηγητών και λεκτόρων, οι οποίοι μάλιστα ορίζονται από τη γενική συνέλευση των τμημάτων, στη βάση ακριβώς της ιδιότητάς τους που αντιστοιχεί στην κατηγορία που εκπροσωπούν.
Ο περιορισμός αυτός έρχεται κατά την άποψή μου σε σύγκρουση με την έννοια της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ. όπως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω. Πράγματι, οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι είναι οι καθηγητές «πρώτης βαθμίδας», όπως τους χαρακτηρίζει το προσχέδιο, δηλαδή εκείνοι που απασχολούνται πλήρως και αποκλειστικά ή μόνον πλήρως, όχι όμως και εκείνοι που απασχολούνται μερικώς. Παρότι η διάκριση σε βάρος της τελευταίας κατηγορίας είναι κατανοητή (βλ. σχετικά και την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 11 του Ν. 2530/1997), εντούτοις η προνομιακή μεταχείριση των δύο κατηγοριών καθηγητών, έναντι των λοιπών βαθμίδων, η οποία προδήλως παραπέμπει στο παλιό νομοθετικό καθεστώς (Ν. 5343/1932) των τακτικών καθηγητών και των εδρών, όπως αναφέρθηκε ήδη, θίγει καίρια την αρχή της εκπροσώπησης που απορρέει από την αρχή της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ.
Εξάλλου, η πρόβλεψη μέλους χωρίς ψήφο, το οποίο μάλιστα αποτελεί και τον εκλεγμένο εκπρόσωπο του λοιπού προσωπικού του ιδρύματος αποτελεί ένα νομικό παράδοξο, διότι εφόσον δεν έχει δικαίωμα ψήφου δεν έχει νόημα να αποτελεί μέλος του συλλογικού οργάνου. Επομένως η παρουσία του στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου αποτελεί απλώς παράσταση, αντίστοιχη με εκείνη που προβλέπει το ισχύον άρθρο 2 παρ. 2 α του Ν. 2083/1992 για τον Προϊστάμενο της Γραμματείας του ΑΕΙ.
Συναφώς, η πρόβλεψη περί συμμετοχής μόνο ενός εκπροσώπου των φοιτητών και ενός εκπροσώπου του λοιπού προσωπικού δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής εκπροσώπηση των κατηγοριών αυτών οι οποίες μολονότι είναι οι πολυπληθέστερες, εν προκειμένω υποεκπροσωπούνται. Τούτο παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή της «πλήρους» αυτοδιοίκησης, επειδή, όπως προκύπτει και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, το νόημα της τελευταίας είναι η ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση όλων των ομάδων που συγκροτούν την πανεπιστημιακή κοινότητα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του προσχεδίου νόμου, τα λοιπά εξωτερικά μέλη εκλέγονται από τα εσωτερικά με ψηφοφορία. Τίθεται κώλυμα εκλογής στις θέσεις αυτές για όλους τους εν ενεργεία ή συνταξιούχους καθηγητές του ίδιου ή άλλου ΑΕΙ της ημεδαπής, καθώς και για όσους είχαν οικονομική σχέση με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία. Επομένως, δεν έχουν κώλυμα εκλογιμότητας μόνον πρόσωπα που δεν είναι μέλη ΔΕΠ ή πρόσωπα που είναι μέλη ΔΕΠ (δίχως διάκριση σε βαθμίδα) των πανεπιστημίων του εξωτερικού.
Η διάταξη αυτή κατά την άποψή μου παραβιάζει σωρεία συνταγματικών διατάξεων. Αρχικά, παραβιάζει την αρχή της ισότητας με δύο τρόπους. Πρώτον, διότι εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των εν ενεργεία ή συνταξιούχων καθηγητών πανεπιστημίου σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει άλλη επαγγελματική ιδιότητα. Δεύτερον διότι εισάγει διάκριση μεταξύ των Ελλήνων που είναι μέλη ΔΕΠ σε ελληνικό ΑΕΙ, έναντι των Ελλήνων που είναι μέλη σε ΑΕΙ του εξωτερικού.
Επιπλέον, παραβιάζει το άρθρο 2 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 διότι προεξοφλεί ως μη ικανή ή ευεπίφορη στη διαφθορά μία ομάδα του πληθυσμού, δίχως να υπάρχει αποδεδειγμένα λόγος για αυτό και κατά τρόπο αναντίστοιχο προς το γεγονός ότι ήδη τα μισά μέλη του Συμβουλίου αποτελούν ακριβώς καθηγητές του οικείου ΑΕΙ, που κρίθηκαν κατάλληλοι για τη θέση αυτή.
Περαιτέρω, παραβιάζει κατάφωρα το άρθρο 16 παρ. 5 και την προβλεπόμενη σε αυτό αυτοδιοίκηση, διότι επιβάλλει τη συμμετοχή στη διοίκηση προσώπων τα οποία δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το ίδρυμα, η δε επιλογή τους, ως προς τον αριθμό ή τις ιδιότητες, δεν ανατίθεται, ως όφειλε στο ίδρυμα κατά διακριτική ευχέρεια, αλλά του επιβάλλεται κατά τρόπο δεσμευτικό. Είναι πρόδηλο ότι η αναγκαστική επιβολή προσώπων άσχετων προς το ίδρυμα δεν συνάδει με την αρχή της αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα με την τελευταία, η επιλογή των προσώπων πρέπει να εξαντλείται στα πλαίσια του ιδρύματος, ώστε να υπάρχει ένας λογικός δεσμός βάσει ιδιότητας μεταξύ του εκπροσώπου και του εκπροσωπούμενου. Σε αντίθετη περίπτωση ο «εκλεγμένος» αλλά στην πραγματικότητα διορισμένος εκπρόσωπος πρεσβεύει απλώς τις δικές του απόψεις, δίχως να έχει προηγηθεί δημοκρατική επιλογή και συνεπώς μόνον για ετεροδιοίκηση μπορεί να γίνεται λόγος.
Περαιτέρω, ανακύπτουν και ζητήματα αντιστοίχισης δημοκρατικής νομιμοποίησης και αρμοδιοτήτων. Ειδικότερα, στο Συμβούλιο όπως προβλέπεται στο προσχέδιο νόμου, υπάρχουν δύο κατηγορίες μελών: οι άμεσα εκλεγμένοι και οι έμμεσα εκλεγμένοι, οι οποίοι μάλιστα εκλέγονται από τους άμεσα εκλεγμένους. Δεδομένου όμως ότι οι πρώτοι συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους ευρεία δημοκρατική νομιμοποίηση, ενώ οι δεύτεροι περιορισμένοι και έμμεση, είναι παράδοξη η πρόβλεψη ότι όλοι έχουν ισοδύναμη ψήφο και με βάση αυτήν συμμετέχουν στην κοινή λήψη αποφάσεων για όλα τα ανατιθέμενα στο Συμβούλιο ζητήματα. Δεδομένου δε ότι η ισότητα σε ζητήματα ψηφοφορίας είναι αριθμητική, η απονομή τέτοιων εξουσιών στα εμμέσως εκλεγόμενα εξωτερικά μέλη έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συναφώς, εγείρεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, εξαιτίας της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 9 περίπτ. ι΄ σύμφωνα με την οποία, το ανωτέρω Συμβούλιο, εκλέγει τον Πρύτανη του Ιδρύματος και τους Κοσμήτορες των Σχολών. Ως γνωστόν, με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς οι Πρυτάνεις εκλέγονται από ειδικό σώμα εκλεκτόρων ευρύτατης σύνθεσης, στο οποίο εκπροσωπούνται όλες οι κατηγορίες προσώπων που σχετίζονται επιστημονικά με το ίδρυμα (άρθρο 9 παρ. Β1 Ν 2916/2001). Συναφώς, οι Κοσμήτορες των Σχολών εκλέγονται από ειδικό σώμα εκλεκτόρων το οποίο απαρτίζεται από το σύνολο των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή των Προέδρων των Τμημάτων που ανήκουν στη Σχολή. (άρθρο 10 παρ. 4 του Ν. 1268/1982). Με τον τρόπο αυτό καλύπτεται το αίτημα δημοκρατικής και πραγματικής εκπροσώπησης όλων στα πλαίσια της αυτοδιοίκησης του ιδρύματος.
Εντούτοις με το προσχέδιο νόμου ορίζεται ότι τόσο τον Πρύτανη όσο και τους Κοσμήτορες των Σχολών τα εκλέγει το Συμβούλιο του Ιδρύματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, εγείρονται μείζονα ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης του εν λόγω οργάνου, ώστε να θεωρηθεί πως έχει την εξουσία να προσδιορίζει κατά την αυθαίρετη κρίση του, ποιος θα καταλαμβάνει τις θέσεις αυτές, και μάλιστα δίχως να τηρείται οποιαδήποτε διαδικασία εκπροσώπησης των μελών της κάθε Σχολής, ή του ιδρύματος συνολικά. Άλλωστε με τον τρόπο αυτό καταργείται η αυτοδιοίκηση στο επίπεδο της Σχολής, αφού ο κοσμήτορας θα διορίζεται από το συμβούλιο διοίκησης. Η επιλογή αυτή καταλύει την δημοκρατική διαδικασία που απορρέει από την αρχή της αυτοδιοίκησης και παραπέμπει σε ιεραρχικού τύπου συστήματα, όπως εκείνα που εφαρμόζονται στις ένοπλες δυνάμεις.
Εξάλλου η έλλειψη δημοκρατικής εκπροσώπησης των διαφόρων κατηγοριών προσώπων που σχετίζονται με το ίδρυμα δεν αναπληρώνεται με τις ρυθμίσεις που εισάγει το προσχέδιο νόμου στο άρθρο 8 παρ. 19 και 20 περί της Συγκλήτου, εφόσον η τελευταία εξοπλίζεται απλώς με αρμοδιότητες διατύπωσης γνώμης και ως επί το πλείστον μη δεσμευτικής. Δεν φέρει δηλαδή καμία αποφασιστική αρμοδιότητα, σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν σήμερα (άρθρο 2 παρ. 2 β. I., V, VI και VIII του Ν. 2083/1992).

2. Ως προς τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου του Ιδρύματος:

Στο άρθρο 5 παρ. 1 του προσχεδίου νόμου προβλέπεται ότι με απόφαση του Συμβουλίου του Ιδρύματος καταρτίζεται ο Οργανισμός του, ο οποίος στη συνέχεια εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα. Μεταξύ των θεμάτων που θα καθορίζονται αναφέρονται, «η οργάνωση της ακαδημαϊκής, διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας του ιδρύματος», «οι κανόνες λειτουργίας του ιδρύματος, της Συγκλήτου, της Κοσμητείας, της Γενικής Συνέλευσης της σχολής και του τμήματος, καθώς και των λοιπών συλλογικών οργάνων και επιτροπών του ιδρύματος», καθώς και πλήθος άλλων θεμάτων ευρύτατου περιεχομένου.
Μία τέτοια όμως γενικού περιεχομένου εξουσιοδότηση, η οποία μάλιστα καθιστά παντοδύναμο ένα όργανο με ελλιπή νομιμοποίηση, έρχεται σε σύγκρουση με την πρόβλεψη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄, η οποία «εξoυσιoδότηση για έκδoση κανoνιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διoίκησης επιτρέπεται πρoκειμένoυ να ρυθμιστoύν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τoπικό ενδιαφέρoν ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτoμερειακό».
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως ερμηνεύεται κατά την παγία νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα, τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση προς την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νόμο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει στην εξουσιοδοτική ή σε άλλη σχετική διάταξη να διαγράφονται όροι, έστω και σε γενικές γραμμές, ώστε να είναι νοητή η εξειδίκευσή τους από την κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθησομένη κανονιστική πράξη της διοίκησης. (ΣτΕ 3220/2010 Ολομ.)
Εν προκειμένω το περιθώριο που καταλείπεται στο Συμβούλιο είναι ευρύτατο και φθάνει μέχρι το σημείο να επιτρέπει στο ίδιο να ρυθμίζει τις αρμοδιότητες του. Με το περιεχόμενο αυτό όμως η εν λόγω διάταξη είναι πρόδηλα αντίθετη στο άρθρο 43 του Συντάγματος.

3. Ως προς την διάρθρωση και την οργάνωση των Σχολών:

Με το προσχέδιο νόμου προβλέπονται αλλαγές στην μέχρι τώρα οργάνωση των Σχολών. Η κάθε Σχολή δεν διακρίνεται σε Τμήματα, αλλά σε Προγράμματα Σπουδών με όργανά τους τον διευθυντή του προγράμματος σπουδών και τη συνέλευση (άρθρο 10). Καταργείται επομένως το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος (άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 1268/1982), ενώ ο Πρόεδρος του Τμήματος και η Γενική Συνέλευση του Τμήματος αλλάζουν τόσο ως προς την ονομασία όσο και ως προς τις αρμοδιότητες.
Συνακόλουθα, δεν προβλέπεται η ύπαρξη Τομέων και αντίστοιχων οργάνων εντός του κάθε Τμήματος. Γίνεται απλώς μία νύξη στο άρθρο 7 παρ. 2 για «ομάδα διδασκόντων» οι οποίοι αποτελούν «τη βασική εκπαιδευτική ομάδα», δίχως περαιτέρω διευκρινίσεις για το αν ή πώς συγκροτούνται σε όργανο. Η έννοια αυτή εμφανίζεται και στο άρθρο 11 παρ. 10 του προσχεδίου νόμου, όπου όμως και πάλι δεν υπάρχει ρύθμιση περί συγκρότησης των προσώπων αυτών σε όργανο. Ενδεχομένως να παρέχεται σχετική αρμοδιότητα συγκρότησης αυτών σε όργανο βάσει του άρθρου 13 του προσχεδίου νόμου, το οποίο προβλέπει με χαρακτηριστική ασάφεια ότι: «Για τον συντονισμό της διδασκαλίας και της έρευνας μέρους του γνωστικού αντικειμένου προγράμματος ή προγραμμάτων σπουδών που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο πεδίο της επιστήμης, ο Οργανισμός του ιδρύματος μπορεί να προβλέπει τη σύσταση οργάνων, τις αρμοδιότητες και τη διαδικασία ορισμού τους», όμως η ασαφής διατύπωση αφήνει πλήθος αμφιβολιών.
Με την παρούσα μορφή του πάντως το σχέδιο νόμου καταργεί τα όργανα του Τομέα (Γενική Συνέλευση και Διευθυντή) και επομένως καταργούνται και οι αρμοδιότητες που είχαν ανατεθεί σε αυτά, όπως ιδίως η κατανομή των κονδυλίων του Τομέα στις διάφορες διδακτικές και ερευνητικές του δραστηριότητες, η κατανομή του διδακτικού έργου στα μέλη ΔΕΠ του Τομέα και η ανάθεση στα μέλη ΔΕΠ αυτοδύναμου διδακτικού έργου. Μέρος των αρμοδιοτήτων αυτών ανατίθεται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 περ. γ΄ του προσχεδίου νόμου στη Συνέλευση του Προγράμματος Σπουδών, που αποτελεί περίπου το αντίστοιχο της σημερινής Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος.
Η οργανωτική αυτή ανατροπή παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή της «πλήρους αυτοδιοίκησης» των ΑΕΙ στο επίπεδο των επιμέρους σχηματισμών του. Συγκεκριμένα, η ανάθεση διδασκαλίας μαθήματος αλλά και η εν γένει αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν στα πλαίσια μιας «ομάδας διδασκόντων» θα πρέπει, βάσει της αρχής της εγγύτητας που συνδέεται αναπόσπαστα με την αρχή της αυτοδιοίκησης, να επιλύονται σε διοικητικό επίπεδο που άπτεται άμεσα των ζητημάτων αυτών. Με τον τρόπο αυτό η εκπροσώπηση των εμπλεκομένων είναι άμεση και αποτελεσματική, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος αναποτελεσματικών επιλογών. Ως εκ τούτου και με το δεδομένο ότι ο νόμος δεν προβλέπει σχετικά, η μη ύπαρξη διοικητικής βαθμίδας σε επίπεδο ομάδας διδασκόντων με τις σχετικές αρμοδιότητες έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αυτοδιοίκησης ενός ιδρύματος, η οποία βεβαίως δεν αφορά μόνο το ίδρυμα το σύνολό του, αλλά αφορά κάθε επίπεδο οργάνωσης εντός του, όπως τις Σχολές, τα Τμήματα και τους Τομείς.
Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να κριθεί ως αντίθετη στην αρχή της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ η πρόβλεψη ότι το πρόγραμμα σπουδών του κάθε Προγράμματος Σπουδών (εδώ με την έννοια του παλιού Τμήματος) εγκρίνεται με απόφαση της (διορισμένης) Κοσμητείας της Σχολής. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, το πρόγραμμα σπουδών του εκάστοτε τμήματος εγκρίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος (άρθρο 24 παρ. 6 του Ν. 1268/1982). Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η ρύθμιση των θεμάτων από το ίδιο το Τμήμα, το οποίο αποτελεί το βασικό κύτταρο της αυτοδιοίκησης με βάση το αντίστοιχο επιστημονικό εύρος. Κάθε άλλη ρύθμιση η οποία αναθέτει σε άλλα όργανα την αρμοδιότητα λήψης απόφασης δεν είναι συμβατή με την αρχή της αυτοδιοίκησης.

4. Ως προς την αξιολόγηση των καθηγητών

Στο άρθρο 18 του προσχεδίου νόμου, προβλέπεται η ανά πενταετία διαδικασία αξιολόγησης των αναπληρωτών καθηγητών με οκταετή προϋπηρεσία και των καθηγητών πρώτης βαθμίδας, ως προς το ερευνητικό, εκπαιδευτικό, διδακτικό και επιστημονικό τους έργο. Η αξιολόγηση ανατίθεται σε επιτροπή αποτελούμενη από καθηγητές πρώτης βαθμίδας άλλων πανεπιστημίων ημεδαπών ή αλλοδαπών. Σε περίπτωση εξαιρετικά αρνητικών αξιολογήσεων επέρχονται συνέπειες όπως η μη συμμετοχή σε επιτροπές επιλογής/εξέλιξης καθηγητών, απαγόρευση διδασκαλίας σε μεταπτυχιακά προγράμματα και επίβλεψη/εξέταση διδακτορικών διατριβών. Επίσης η επιτροπή αυτή έχει τη δυνατότητα συλλογής στοιχείων από την οποία να προκύπτει παραμέληση υπηρεσιακών καθηκόντων ή διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος και να ενημερώνει σχετικά τον Κοσμήτορα, ο οποίος με τη σειρά του ενημερώνει τον Πρύτανη για να κινήσει τη σχετική πειθαρχική διαδικασία.
Η αοριστία όμως της διάταξης αυτής έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος και ειδικότερα προς την απορρέουσα από το άρθρο αυτό ελευθερία της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, δηλαδή την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία συνδέεται άρρηκτα με την προσωπική ανεξαρτησία των καθηγητών, ως δημόσιων λειτουργών. Ελλείψει ρητών εγγυήσεων και περιορισμών, η αξιολόγηση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε δίωξη ιδεολογικά ή επιστημονικά αντιφρονούντων, καθώς και σε υπέρμετρο περιορισμό ως προς την ακαδημαϊκή έκφραση μέσω της διδασκαλίας ή του επιστημονικού έργου. Η δε ανάθεση της λεπτομερέστερης ρύθμισης του μείζονος σημασίας ζητήματος αυτού στο κάθε ίδρυμα προσκρούει στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για τον πυρήνα του δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας και όχι για ειδικότερο, τεχνικό ή λεπτομερειακό θέμα.
Εξάλλου, η ανάθεση οιονεί πειθαρχικών εξουσιών στις επιτροπές αυτές προσκρούει ευθέως στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, επιβάλλοντας στα μέλη του ιδρύματος έναν έξωθεν έλεγχο πειθαρχικής υφής με άμεσες έννομες συνέπειες, τον οποίο μόνο το ίδιο το ίδρυμα στα πλαίσια της αυτοδιοίκησής του δικαιούται να διεξάγει, σε οποιοδήποτε στάδιο.

5. Ως προς την εκλογή-εξέλιξη των καθηγητών:

Αναφέρεται στο άρθρο 25 παρ. 4 του προσχεδίου νόμου ότι προκειμένου να εκλεγεί καθηγητής οποιασδήποτε βαθμίδας πρέπει απαραιτήτως να έχει ολοκληρώσει τουλάχιστον έναν από τους τρεις κύκλους σπουδών εκτός του ιδρύματος στο οποίο επιθυμεί να εκλεγεί, εκτός αν έχει υπηρετήσει για μία τουλάχιστον πενταετία σε άλλο Α.Ε.Ι. ή ερευνητικό κέντρο της ημεδαπής ή αλλοδαπής. Αναφέρεται επίσης ότι δεν επιτρέπεται η εκλογή σε θέση καθηγητή στο ίδρυμα όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα πριν την πάροδο πέντε τουλάχιστον ετών.
Οι περιορισμοί αυτοί είναι αντίθετοι στις αρχές της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος), της αξιοκρατίας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1) αλλά και της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Πράγματι, εισάγεται μία διάκριση με υπέρμετρο βάρος για εκείνους που επέλεξαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στο ίδιο ίδρυμα, ή να λάβουν το διδακτορικό τους δίπλωμα σε αυτό. Τούτη δε η διάκριση εισάγεται προδήλως υπονοώντας ότι όποιος φοιτά σε ορισμένο ίδρυμα αναπτύσσει και ευεπίφορες στη διαφθορά προσωπικές σχέσεις. Τούτο όμως αποτελεί ένα δεδομένο που απαραδέκτως γενικεύεται, αγνοώντας την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και προκαλώντας ιδιαζόντως βαριές συνέπειες για συγκεκριμένες κατηγορίες υποψηφίων.

6. Ως προς την παύση δωρεάν διανομής συγγραμμάτων:

Το κατ’ άρθρο 16 παρ. 4 δικαίωμα της δωρεάν παιδείας σημαίνει, εκτός από τη μη καταβολή διδάκτρων, και τη δωρεάν παροχή του ελάχιστου αριθμού των στοιχειωδώς απαραίτητων, για την αποτελεσματική συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία, διδακτικών μέσων. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα επιτάσσει τη δωρεάν διανομή βιβλίων, αλλά ότι, σε περίπτωση ολικής ή μερικής κατάργησής του, το σύστημα αυτό οφείλει να αντικατασταθεί από άλλο ισοδύναμου αποτελέσματος π.χ. η δημιουργία βιβλιοθηκών με επαρκή αριθμό βιβλίων και χώρους, καθώς και με συνεχή δυνατότητα πρόσβασης των φοιτητών σε αυτές.
Εν προκειμένω, με το άρθρο 37 παρ. 2 του προσχεδίου νόμου προβλέπεται η κατάργηση της διανομής διδακτικών συγγραμμάτων στους φοιτητές με δαπάνες του Δημοσίου. Εντούτοις, η κατά την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου πρόβλεψη περί ενίσχυσης των βιβλιοθηκών των ιδρυμάτων με τον απαραίτητο αριθμό έντυπων ή ηλεκτρονικών συγγραμμάτων ώστε να καλύπτονται οι εκπαιδευτικές ανάγκες των ιδρυμάτων, καθώς και η συνακόλουθη εξουσιοδότηση προς τους Υπουργούς Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Οικονομικών για τον καθορισμό του αριθμού, της διαδικασίας παραχώρησης των ανωτέρω διδακτικών συγγραμμάτων κλπ. είναι προδήλως ανεπαρκής ως αντικατάσταση ισοδύναμου αποτελέσματος με τη δωρεάν διανομή βιβλίων. Με το περιεχόμενο αυτό επομένως, το οποίο είναι ασαφές λόγω γενικότητας της διατύπωσης, δεν καλύπτεται το αίτημα για δωρεάν παιδεία.
Εξάλλου, στο άρθρο 37 παρ. 2 του προσχεδίου νόμου προβλέπεται «η υποχρέωση ανάρτησης στο διαδίκτυο της αναλυτικής ύλης των παραδόσεων/σημειώσεων των μαθημάτων που διδάσκουν οι καθηγητές όλων των βαθμίδων». Στο βαθμό που με τη διάταξη αυτή υπονοείται η εκ μέρους των καθηγητών υποχρέωση δωρεάν ανάρτησης συγγραμμάτων, ανακύπτει ζήτημα παραβίασης των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα η πνευματική ιδιοκτησία εμπίπτει στην έννοια της ιδιοκτησίας η προστασία της οποίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. Κ. Χρυσόγονου Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 3η εκδ. 2006, σελ. 371, 373). Η ως άνω σύμβαση, μετά την κύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ και ως εκ τούτου υπερισχύει έναντι των κοινών νόμων.

7. Ως προς την διαχείριση των πόρων των ΑΕΙ

Με την υπουργική απόφαση ΚΑ 679/1996 προβλέφθηκε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας, του οποίου όργανο αποτελεί η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω υπουργικής απόφασης οι λογαριασμοί αυτοί συνίστανται σε καθένα από τα ΑΕΙ, η διοίκηση και η διαχείρισή τους πραγματοποιείται από τα όργανά του και είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και διαχείριση των ΑΕΙ. Εντούτοις η τελευταία παρακολουθεί και ελέγχει τη λειτουργία και τα πεπραγμένα του Ειδικού Λογαριασμού. Η επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους όλων των Τμημάτων του ΑΕΙ (βαθμίδα καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή) και έναν εκ των Αντιπρυτάνεών του.
Με το άρθρο 58 παρ. 2 του προσχεδίου νόμου προβλέπεται η ίδρυση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, με μία μόνο μη μεταβιβάσιμη μετοχή που ανήκει στο οικείο Α.Ε.Ι. Σκοπός του θα είναι η αξιοποίηση και διαχείριση μέρους ή του συνόλου οικονομικών πόρων, πλην των πόρων που προέρχονται από τον τακτικό προϋπολογισμό και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Το ν.π.ι.δ. λειτουργεί υπό την ευθύνη και τον έλεγχο του οικείου Α.Ε.Ι. και του έχουν ανατεθεί πλήθος αρμοδιοτήτων, μέρος των οποίων είναι και οι ανατεθειμένες σήμερα στην Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού.
Το ν.π.ι.δ. διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο, τον διευθύνοντα σύμβουλο και άλλα τέσσερα μέλη. Ο Πρόεδρος του δ.σ. ορίζεται με απόφαση του Συμβουλίου του ιδρύματος. Ο διευθύνων σύμβουλος δεν μπορεί να είναι καθηγητής Α.Ε.Ι., ενώ εκ των τεσσάρων μελών του δ.σ. του ν.π.ι.δ., τρία είναι υποχρεωτικά καθηγητές πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος πλήρους και αποκλειστικής ή πλήρους απασχόλησης και εκλέγονται από το Συμβούλιο του ιδρύματος.
Ωστόσο το Συμβούλιο του ιδρύματος, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί όργανο το οποίο συγκροτήθηκε και λειτουργεί σύμφωνα προς τις αρχές της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ. Ως εκ τούτου η ετεροδιοίκηση που ασκεί θίγει άμεσα και την διαδικασία επιλογής μελών για το διοικητικό συμβούλιο του ν.π.ι.δ. που θα διοικεί την ανώνυμη εταιρία, καθώς και τον έλεγχό του.

8. Ως προς την έλλειψη μεταβατικών ρυθμίσεων

Ερωτηματικά εγείρει η ανυπαρξία μεταβατικών ρυθμίσεων ή ρυθμίσεων σχετικών με την έναρξη εφαρμογής του νόμου, όταν ψηφιστεί. Ενδεικτικά αναφέρεται η έλλειψη ρυθμίσεων ως προς τους υπηρετούντες λέκτορες, η βαθμίδα των οποίων προβλέπεται να καταργηθεί, ως προς τους εκλεγμένους αλλά μη διορισμένους λέκτορες, ως προς τους υποψηφίους που η κρίση τους για εκλογή ή εξέλιξη βρίσκεται σε εκκρεμότητα και οι ίδιοι έχουν ολοκληρώσει και τους τρεις κύκλους σπουδών τους στο οικείο ΑΕΙ.
Για όλα αυτά τα θέματα είναι απολύτως απαραίτητο να υπάρξουν μεταβατικές ρυθμίσεις, σύμφωνα και με την συναγόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Σε αντίθετη περίπτωση θα ανακύψουν περαιτέρω ζητήματα αντισυνταγματικότητας.

Εν κατακλείδι, πέρα από τα επιμέρους ζητήματα, η όλη λογική του προσχεδίου κατατείνει στην παρεμβολή περαιτέρω προσκομμάτων στην έρευνα και στον μονόπλευρο περιορισμό των ιδρυμάτων στη διδασκαλία, και μάλιστα ταχύρρυθμη. Πράγματι, το προσχέδιο κινείται στην κατεύθυνση της κατεδάφισης όσων ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών έχουν απομείνει στα «πανεπιστήμια», στην κατεύθυνση δηλαδή της πλήρους μετατροπής τους σε κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης. Πλήττεται έτσι η ακαδημαϊκή ελευθερία στον ίδιο τον πυρήνα της, που είναι η δημιουργική σύνθεση έρευνας και διδασκαλίας.
Επιφυλάσσομαι να επανέλθω εντός των επομένων εβδομάδων με αναλυτικότερη γνωμοδότησή μου για τα συνταγματικά ζητήματα που προκύπτουν από το προσχέδιο.
Με ιδιαίτερη εκτίμηση

Κώστας Χ. Χρυσόγονος

What’s wrong with the reform of the Greek Universities? by Prof. Tony Molho - Columbia University, New York Τετάρτη, Ιουλ 13 2011 

Attacks on Greek universities are becoming at once more numerous and more intense. Every one, it seems, finds something wrong with Greek universities. And what is wrong, every one of these critics insists, is so drastic that the entire system must be reformed, almost from the start. For some one such as this writer, the discussion appears to be curious, to say the least. No doubt, much needs to be rethought and changed. Yet, one wonders if the current government proposals to change Greek higher education, and the insistence with which certain journalists repeat often preposterous and unsubstantiated attacks are aimed not at reforming and improving, but, simply, at discrediting a university system which, over time, even most recently, has produced its share of good scholars and more than its share of excellent students.
This writer has pursued his entire academic career in North American and western European universities, and could be accused of having opinions about matters that he does not know at first hand. Yet, over the years, he has maintained very close contacts with colleagues in Greece, has visited several universities, participated in seminars and congresses held in Greece, and even had the honour to serve on an ADIP sponsored assessment of a university department.
The current discussion spontaneously brings to mind two, perhaps three, questions:
How is it possible, I have often wondered, for so many pockets of excellence to have flourished in Greek universities when, for decades, everyone outside the universities has been intent on undermining the universities’ functioning? Political parties, syndicates, local authorities, successive governments, even, incredibly, students have all played a tug of war to have universities serve their own parochial, often non academic interests. Yet, despite these obstacles, in fields such as History, Archaeology, Anthropology, the Law, Linguistics, and no doubt in many others, Greek scholars have been active participants in the international scholarly discourse, and are known among their colleagues outside Greece for their work’s excellent quality.
This is the very first point from which any discussion on University reform should start. Not with what does not function, although obviously, much needs to be changed. Rather, the discussion should start with what works well. Where are the pockets of excellence? What can one learn from them about the organization of scholarly research and teaching? How can one use the examples of these centres to improve, or even radically change the organization of research and the transmission of knowledge to the young? Rather than uncritically trying to emulate foreign systems (which often exist in drastically different cultural contexts from those that prevail in Greece) those who claim to be interested in the well being of Greek universities should draw on the examples of excellence that already exist in the system. Stop instrumentally casting aspersions on Greek scholars and their academic institutions. Instead, take pride in their considerable achievements and recognize that these have been attained against great odds.
The second question follows from the first. What kind of university does the country need, what kind does it deserve? The current government is intent on promoting one line: Bring higher education in closer syntony with the country’s economic needs –as these are perceived by the country’s political leadership. Fair enough. But what about scholarship, scientific inquiry, advanced research, what in German one calls wissenschaft, or, more simply in our own language, επιστήμη? Should the universities not be responsible for the promotion of scholarly and new knowledge, which often, now as in the past, does not have an immediate relationship to an economy’s prevalent needs?
Here, the government appears to be producing disturbingly contradictory signals. On the one hand, it has instituted elaborate structures for assessing the quality of scholarly research. A professor’s publications, participation in international conferences, ability to garner research funds from international funding organizations –all this and more is to come under scrutiny by boards of assessors, whose judgment is likely to have a bearing on any professor’s academic future. Such assessment may or may not produce the desired result of improving the quality of research. Yet, with this measure the government might think that it will strengthen the scholarly quality of university-based research. They are probably wrong, but one should grant them their stated intention. At the same time, the government is also producing another message, contradictory to the first. For, using the current economic crisis as a reason, it has argued in favour of measures that weaken the scholarly quality of university work: increase teaching loads, and class sizes, cut funding for libraries and for travel subsidies that enable Greek professors to attend scholarly meetings, and much else. One wonders. Why invest material resources in setting up an elaborate and extremely time consuming assessment mechanism to evaluate scholarly activities, when professors are being required to increase by half their teaching loads (from four to six courses per year), and class size will require them to spend a disproportionate fraction of time grading papers, when, in short, time devoted to research will be cut, perhaps substantially so.
So, the question is: What do we want from our Universities? What should the Greek state (which means Greek tax payers) expect from their investments of so much treasure in the operations and functioning of their public university system? In answering, one must obviously be aware of what is going on outside Greece. But answers will emerge only after a forthright discussion of the Greek university system’s needs and problems. It must also be based on the conviction of the immeasurable value of public universities to Greek democratic society. The sort of cock and bull rhetoric that prevails in the current exchanges about university reform contributes little to maintaining and enhancing the dignity and worth of Greek universities.
One final question, this one addressed to all those (some of whom happen to be good friends) who oppose categorically the government’s proposals. What is it that they propose? What changes would they welcome, what others, simply, would they tolerate, what, finally, would they want to preserve in the organization and functioning of Greek universities? It’s all good and well to oppose, often vociferously, the Ministry’s proposals. What are their proposals? What vision do they, collectively, hold for their own University system. The government’s vision is simple and clear enough. It is based on hierarchic, oligarchic, and efficientist assumptions about the organization of higher education. The last thing one can accuse the government is that it lacks an overall plan of how to change Greek universities. One may agree or disagree with it, although one cannot but regret the fact that a socialist government (socialist at least in name) would promote this sort of agenda. So, the question is: What do opponents of the government plan want? How can their desires be implemented in the current economic and fiscal situation? How do they, responsibly, propose to discharge their responsibilities as citizens and scholars, maintaining elements that work well, all the while changing what is rotten in Greek universities? How, in short, can Greece be endowed with a public university system of which the country and its citizens can rightfully be proud?

Υπόμνημα Βοηθών & Επιστημονικών Συνεργατών των Πανεπιστημίων σχετικά με το νέο νόμο Τετάρτη, Ιουλ 13 2011 

Κα Υπουργέ
Πριν την εφαρμογή του ν.1268/82 στα Πανεπιστήμια υπηρετούσε μεγάλος αριθμός Βοηθών και Επιστημονικών Συνεργατών που συμμετείχαν στη διδασκαλία και την έρευνα. Μετά την εφαρμογή του νέου νομικού καθεστώτος, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι εξελίχθηκαν σε βαθμίδες του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού ενώ ένας μικρός αριθμός, για υποκειμενικούς ή αντικειμενικούς λόγους, παραμένει σε προσωποπαγείς θέσεις με βασικό μισθό το 0,95 του βασικού μισθού της εισαγωγικής καθηγητικής βαθμίδας. Συνεχίζουν βέβαια να προσφέρουν διδακτικό και ερευνητικό έργο, στα πλαίσια των καθηκόντων τους, με υπηρεσία που εγγίζει για τους νεότερους και υπερβαίνει την τριακονταετία για τους περισσότερους. Φοιτητές τους υπήρξαν πολλά μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας αλλά και αρκετοί Έλληνες Πανεπιστημιακοί του Εξωτερικού.
Με τη δημοσιοποίηση του προσχεδίου του νόμου για τη Ανώτατη Εκπαίδευση στις 4/7/2011 διαπιστώσαμε ότι δεν προβλέπεται κατηγορία για τους υπηρετούντες Βοηθούς - Επιστημονικούς Συνεργάτες. Παρακαλούμε, στις μεταβατικές διατάξεις του νομοσχεδίου που επεξεργάζεσθε να συμπεριληφθεί η παραμονή των υπηρετούντων Βοηθών και Επιστημονικών Συνεργατών στις προσωποπαγείς θέσεις που κατείχαν μέχρι την ισχύ του νέου νόμου με τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις και με βασικό μισθό το 0,95 του βασικού μισθού της εισαγωγικής καθηγητικής βαθμίδας μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση.
Το αίτημά μας θεωρούμε ότι είναι αυτονόητο λόγω της μακρόχρονης και παραγωγικής προσφοράς μας στη διδασκαλία και την έρευνα στα Πανεπιστήμια, χωρίς ιδιαίτερα σημαντικές ιεραρχικές ή μισθολογικές απολαβές, σε συνδυασμό με το μικρό υπολειπόμενο χρόνο υπηρεσίας μέχρι τη συνταξιοδότηση μας.
12 Ιουλίου 2011
Με τιμή

Στεφάνου Χρήστος, Επ. Συνεργάτης Γ.Π.Α
Ελευθέριος Νεοφύτου, Επ. Συνεργάτης Α.Π.Θ
Δογγούρης Στέφανος, Επ. Συνεργάτης Ε.Μ.Π
Καλτσουνίδης Νίκος, Επ. Συνεργάτης Ε.Κ.Π.Α
Γκολομάζου – Παππά Καλλιόπη, Επ. Συνεργάτης Ε.Κ.Π.Α
Βερροιοπούλου Σοφία, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Κωλέτση Μαρία, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Μιχαλοπούλου Νικολέττα, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Λεουνάκη Μάρα, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Αυφαντή Μαρία, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Γιαχαλής Βασίλης, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Καράμπαλης Αλκιβιάδης, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Μίχα Μαρία, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Χατζηχαρίτου Ελένη, Επ. Συνεργάτης ΟΙΚ.Π.Α
Σαραντάκη Μαρία, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΑΤΡΩΝ
Αθανασιάδη Ειρήνη, Επ. Συνεργάτης Ε.Κ.Π.Α
Κουτσονίκου Βασιλική, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΑΤΡΩΝ
Σασσάνης Γεώργιος, Επ. Συνεργάτης Ε.Μ.Π
Βιλλιώτης Σωτήρης, Επ. Συνεργάτης Γ.Π.Α
Ευθυμιάδου – Κουλοβάκη Έφη, Επ. Συνεργάτης Γ.Π.Α
Χατζηγιαννακου Αθηνά, Επ. Συνεργάτης Ε.Κ.Π.Α
Διάλας Ιωάννης, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ανδριόπουλος Φαίδων, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Βουδούρης Δημήτριος, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Γκατσόλη Νίκη, Επ. Συνεργάτης ΠΑΝ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Στασινόπουλος Θάνος, Βοηθός Ε.Μ.Π
Λαζαρίδου – Ελμαλόγλου Φεβρωνία, Επ. Συνεργάτης Ε.Κ.Π.Α
Γλάρος Γιώργος, Επ. Συνεργάτης Ε.Μ.Π
Γιακουμής Άγγελος, Επ. Συνεργάτης Ε.Κ.Π.Α
Τουλιάτος Δημοσθένης, Επ. Συνεργάτης Ε.Μ.Π

Προτάσεις και απόψεις του Δ.Σ. του Συλλόγου Διδασκόντων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου για το νέο νόμο Τετάρτη, Ιουλ 13 2011 

Ο Σύλλογος Διδασκόντων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου έχοντας ήδη τοποθετηθεί ως προς το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, θεωρώντας το πνεύμα του ολιγαρχικό και οπισθοδρομικό, το δε γράμμα του εξαιρετικά τεχνοκρατικό και έχοντας εκφράσει τον έντονο προβληματισμό του για την επικείμενη διάλυση των ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, καταθέτει σειρά προτάσεων, οι οποίες δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να εκληφθούν ως συναίνεση σε ένα πολύ προβληματικό νομοσχέδιο, αλλά ως γόνιμο έδαφος συμβολής σε μια ουσιαστική συζήτηση με τους κατεξοχήν νομιμοποιημένους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητας.

1. Το προωθούμενο σύστημα διοίκησης είναι ολιγαρχικό, δε συνάδει με τη διασφάλιση της δημοκρατίας και της ελεύθερης διατύπωσης γνώμης. Η διοίκηση του Πανεπιστημίου πρέπει να ασκείται από τα δημοκρατικά εκλεγμένα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας και μόνο. Για λόγους κοινωνικής λογοδοσίας, το όποιο συμβούλιο μπορεί να έχει γνωμοδοτικό και μόνο ρόλο και συμμετοχή στα σχετικά όργανα δίχως δικαίωμα ψήφου. Η θητεία των ακαδημαϊκών οργάνων να είναι τετραετής χωρίς δυνατότητα ανανέωσης.
2. Η επιχειρούμενη κατάργηση των Τμημάτων θα είναι καταστροφική για την ακαδημαϊκή καθημερινότητα. Ο ισχύων νόμος διασφάλιζε δημοκρατική λήψη αποφάσεων καθώς και ουσιαστική συζήτηση επί αυτών. Το Τμήμα, μέσα από τη Γενική του Συνέλευση, αποτελεί το κύτταρο του επιστημονικού προσανατολισμού και της ακαδημαϊκής κουλτούρας και φυσιογνωμίας των Ιδρυμάτων. Από την άλλη, το ασαφές της επιστημονικής φυσιογνωμίας των «επερχόμενων» σχολών σε συνδυασμό με την επίσης συγκεντρωτική λήψη αποφάσεων από την Κοσμητεία αναιρεί την ουσιαστική συμμετοχή των μελών ΔΕΠ στην ακαδημαϊκή καθημερινότητα και τα υποβαθμίζει σε εξυπηρετητές των όποιων προγραμμάτων σπουδών. Τα Τμήματα, συνεπώς, χρειάζεται να ενδυναμωθούν και όχι να καταργηθούν.
3. Δεν κατανοούμε το λόγο για τον οποίο ο λεγόμενος οργανισμός του κάθε ιδρύματος να προσδιορίζει το προσοντολόγιο των εξελίξεων και να μην υφίστανται γενικά ακαδημαϊκά τυπικά και ουσιαστικά προαπαιτούμενα για όλα τα ΑΕΙ. Το ενιαίο των προσόντων διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχουν Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων γεγονός που θα έχει επιπτώσεις στην προωθούμενη σύνδεση της Πανεπιστημιακής «παραγωγικότητας» με τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων. Εδώ υποκρύπτεται η λογική του ανταγωνισμού της αγοράς και όχι αυτή του υγιούς συναγωνισμού για την παραγωγή γνώσης. Τις συνέπειες του αγοραίου ανταγωνισμού εξάλλου τις βιώνει η χώρα ενάμιση χρόνο τώρα!!!
4. Χρειάζεται να είναι ρητή η αποσύνδεση του Πανεπιστημίου από τους νόμους της οικονομίας της αγοράς. Τα Πανεπιστήμια παράγουν και προάγουν το δημόσιο αγαθό της γνώσης για όλους. Υπάρχει άραγε κάποιος ιδιώτης που θα χρηματοδοτεί έρευνα για την κοινωνική ανισότητα, λόγου χάριν, ή για άλλα ερευνητικά αντικείμενα των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών που δεν αποδίδουν άμεσα οικονομικά, αλλά όμως αφορούν τον πολιτισμό και την κοινωνία, όπως άλλωστε το ίδιο το νομοσχέδιο διατείνεται;
5. Ρητή και σαφής διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων των ήδη υπηρετούντων μελών ΔΕΠ.
6. Μεταβατικές διατάξεις για την εξέλιξη Λεκτόρων: Καταργείται η βαθμίδα του λέκτορα. Εν όψει της κατάργησης της βαθμίδας του Λέκτορα είναι απολύτως αναγκαία η πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων για την εξέλιξη των υπηρετούντων και υπό διορισμό Λεκτόρων στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Θα πρέπει, ειδικότερα, να διευκρινισθεί ότι όλοι οι υπηρετούντες και υπό διορισμό Λέκτορες θα πρέπει να καθίστανται αυτόματα επίκουροι, δηλαδή να καταλάβουν τη χαμηλότερη προβλεπόμενη βαθμίδα, αφού ήδη έχουν κριθεί νόμιμα και επιστημονικά τεκμηριωμένα. Διαφορετικά, θα υστερούσαν σε σχέση με τα νεοεισαχθέντα ΔΕΠ στη θέση του Επίκουρου, ως της χαμηλότερης βαθμίδας, παρότι οι υπηρετούντες Λέκτορες έχουν όχι μόνο κριθεί αλλά διαθέτουν επίσης 3χρονη θητεία συγκριτικά με τους Επίκουρους του νέου νόμου.

7. Διαδικασία εκλογής και εξέλιξης μελών ΔΕΠ:

7.1. Εκλέκτορες της αλλοδαπής. Στις ανθρωπιστικές επιστήμες με εθνικό χαρακτήρα, όπου κατ’ ανάγκη η επιστημονική παραγωγή πρέπει να είναι πρωτίστως ελληνόγλωσση, η πρόσθετη αξίωση γραπτής αξιολόγησης του έργου των υποψηφίων από καθηγητές του εξωτερικού, κινδυνεύει να οδηγήσει σε αδιέξοδο τις διαδικασίες εκλογής. Διότι προφανώς οι εκλέκτορες – καθηγητές του εξωτερικού θα βρίσκονται σε αδυναμία να αξιολογήσουν το σύνολο του ερευνητικού έργου των υποψηφίων. Κατά συνέπεια, πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα του Οργανισμού του ΑΕΙ να υποκαθιστά, για ορισμένους κλάδους επιστημών, τη διαδικασία αξιολόγησης από επιστήμονες του εξωτερικού με άλλο πρόσφορο μέσο (λ.χ. συμμετοχή περισσότερων εξωτερικών εκλεκτόρων στην Επιτροπή Επιλογής).

7.2. Εκπαιδευτική άδεια. Η επιδιωκόμενη δε επαφή του ελληνικού Πανεπιστημίου με τη διεθνή επιστημονική συζήτηση δυσχεραίνεται σημαντικά με τον προτεινόμενο (άρθρο 21 παρ. 1 του Προσχεδίου) αποκλεισμό των Επίκουρων Καθηγητών από τον παγκοσμίως αναγνωρισμένο θεσμό της εκπαιδευτικής άδειας. H εκπαιδευτική άδεια πρέπει να παρέχεται σε όλες ανεξαιρέτως τις βαθμίδες των καθηγητών.

7.3. Εξέλιξη των υπηρετούντων Λεκτόρων. Οι υπηρετούντες Λέκτορες καθίστανται αυτόματα επίκουροι μέσω μεταβατικών διατάξεων. Βλ. ανωτέρω, σημείο 6 σχετικά με τις απαραίτητες μεταβατικές διατάξεις.

7.4. Εξέλιξη Επίκουρων Καθηγητών. Είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί στο νέο νόμο (άρθρα 16 και 25), ότι σε περίπτωση αίτησης Επίκουρου Καθηγητή για εξέλιξη είναι υποχρεωτική για το ΑΕΙ η προκήρυξη θέσης σε βαθμίδα Αναπληρωτή Καθηγητή, ώστε να διασφαλισθεί ότι η εξέλιξη των Επίκουρων Καθηγητών θα εξαρτάται μόνον από τα διδακτικά και ερευνητικά τους προσόντα και όχι από το τυχαίο γεγονός της ύπαρξης κενής θέσης ανώτερης βαθμίδας ή κάποια αυθαίρετη κρίση περί αυτού. Σε διαφορετική περίπτωση ένας Επίκουρος με όλα τα νόμιμα προσόντα εξέλιξης δε θα μπορεί να καταλάβει θέση Αναπληρωτή, διότι το Υπουργείο θα επικαλείται ότι δεν υπάρχει θέση Αναπληρωτή και δεν υπάρχει πίστωση για νέα θέση Αναπληρωτή. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν δε διευκρινιστεί η διάταξη αυτή, με τον έμμεσο αυτό τρόπο εντός 8 ετών θα έχουν απολυθεί όλοι οι υπηρετούντες σήμερα Επίκουροι δηλαδή το ήμισυ της σημερινής ακαδημαϊκής κοινότητας, καθώς δε θα υπάρχει καμία νέα πίστωση για θέση Αναπληρωτή!
Έτσι, αποτρέπεται ο κίνδυνος να αποβληθούν από το σώμα του Πανεπιστημίου όλοι οι υπηρετούντες Επίκουροι Καθηγητές, χωρίς ουσιαστική κρίση της ικανότητάς τους, αλλά μόνον εξαιτίας του γεγονότος ότι κατά τη λήξη της θητείας τους δεν έτυχε να υπάρχει κενή θέση ανώτερης βαθμίδας.
Προτείνουμε, συνεπώς, να προστεθεί χάριν διευκρινίσεως τρίτο εδάφιο στην παρ. 2 του άρθρου 25 ως εξής: «Σε περίπτωση αίτησης Επίκουρου Καθηγητή για εξέλιξη προκηρύσσεται υποχρεωτικά θέση στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο και τον Οργανισμό».
Επίσης θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι η εξέλιξη των Επίκουρων στη βαθμίδα του Αναπληρωτή γίνεται με κλειστή και όχι ανοικτή διαδικασία. Πράγματι φαίνεται ιδιαιτέρως αναιτιολόγητο το γεγονός ότι οι Επίκουροι θα είναι οι μόνοι Καθηγητές που εξελίσσονται με ανοικτή διαδικασία.
Τέλος, είναι επίσης εντελώς αναιτιολόγητο το γιατί οι Επίκουροι πρέπει να παραμένουν στην ίδια βαθμίδα για 4+4 έτη μέχρι να εξελιχθούν (στον ισχύοντα νόμο είναι 3 τα έτη).

7.5. Οι Τακτικοί, οι Αναπληρωτές και οι Επίκουροι είναι μόνιμοι και όχι μόνο οι Τακτικοί και Αναπληρωτές, όπως προβλέπει το σχέδιο νόμου.

7.6. Όλα τα μέλη ΔΕΠ εξελίσσονται είτε με κλειστή είτε με ανοικτή διαδικασία. Είναι αναιτιολόγητο να υπάρχει διαφοροποίηση στη διαδικασία ανάλογα με τη βαθμίδα.
7.7. Όταν κάποιος για πρώτη φορά καταλαμβάνει μια θέση ΔΕΠ είναι υποχρεωμένος να παραμείνει στη βαθμίδα αυτή τουλάχιστον 3 χρόνια πριν καταθέσει αίτηση για εξέλιξη.
7.8. Οι υπηρετούντες Επίκουροι και οι Λέκτορες που αυτόματα καθίστανται Επίκουροι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για εξέλιξη σε οποιαδήποτε βαθμίδα εφόσον έχουν συμπληρώσει 3ετία παραμονής στη θέση του Επίκουρου.
7.9. Ο Αναπληρωτής μπορεί να ζητήσει εξέλιξη όσες φορές το επιθυμεί.
7.10. Ο Επίκουρος μπορεί να ζητήσει εξέλιξη όσες φορές το επιθυμεί.
7.11. Όπως προβλέπει και ο ήδη ισχύων νόμος, στα εκλεκτορικά υποψηφίων μελών ΔΕΠ μετέχουν και οι επίκουροι (μόνο φυσικά όταν ο υποψήφιος πρόκειται να καταλάβει θέση Επίκουρου) και όχι μόνο οι Τακτικοί και Αναπληρωτές, όπως προβλέπει το σχέδιο νόμου.
7.12 Οι Επίκουροι και οι Αναπληρωτές μπορούν να καταλάβουν οποιαδήποτε θέση προβλέπει ο νέος νόμος και η οποία μπορεί να καταληφθεί κατόπιν ψηφοφορίας των υπολοίπων μελών ΔΕΠ, σε αντίθεση με τα όσα ορίζει το σχέδιο νόμου, ότι δηλαδή μόνο Τακτικοί Καθηγητές μπορούν να εκλεγούν στις θέσεις αυτές (π.χ. στο 15μελές συμβούλιο). Γιατί η Δημοκρατία να ισχύει με περιορισμούς; Τα μέλη ΔΕΠ δε θα πρέπει να εκπροσωπούνται από όποιον συνάδελφό τους επιθυμούν;

Συνάδελφοι
Κάθε νόμος τυγχάνει της απαιτούμενης συναίνεσης μονάχα όταν νομιμοποιείται στα μάτια των πολιτών που καλούνται να τον εφαρμόσουν. Κάθε νόμος και το δίκαιο που απορρέει από αυτόν, συνεπώς, παράγεται από την κοινωνία και όχι το αντίστροφο. Καθώς ουδείς θα αμφισβητούσε ότι αλλαγές χρειάζεται να γίνουν, αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν στη βάση ενός ουσιαστικού διαλόγου που θα περιλαμβάνει τα εξής στάδια:

Α) Αποτίμηση της πορείας του νόμου του 1982 έως σήμερα στις Γενικές Συνελεύσεις των Τμημάτων στη βάση ενός εύλογου χρονοδιαγράμματος ώστε να αποτυπωθούν οι πραγματικές ανάγκες, τα δεδομένα αλλά και τα όποια προβλήματα. Το χρονοδιάγραμμα δε χρειάζεται να είναι ασφυκτικό, ο νόμος για τα ΑΕΙ-ΤΕΙ δεν υπόκειται σε κανένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Στο σημείο αυτό το Υπουργείο θα πρέπει να δικαιολογήσει για ποιο λόγο βιάζεται τόσο πολύ να καταθέσει το σχέδιο νόμου. Υπενθυμίζουμε ότι ο νόμος του 1982 είχε διάρκεια και νομιμοποίηση ακριβώς επειδή προέρχονταν από την ίδια την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Β) Η Σύνοδος των Πρυτάνεων συγκεντρώνει τα συμπεράσματα της αποτίμησης, τα επεξεργάζεται και επανέρχεται με εμπλουτισμένο κείμενο προς συζήτηση στο εσωτερικό των ιδρυμάτων.
Γ) Το παραχθέν υλικό γίνεται πλέον αντικείμενο επεξεργασίας από ειδική επιτροπή η οποία και θα καταθέσει προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου που θα είναι η βάση για τη συζήτηση με το Υπουργείο Παιδείας.

Το ΔΣ του Συλλόγου Διδασκόντων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΔΕΚΑ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΛΗ ΑΝΩΤΑΤΗ ΠΑΙΔΕΙΑ* - του Κώστα Σταμάτη, Καθηγητή Νομικής στο ΑΠΘ Τρίτη, Ιουλ 12 2011 

Α. Οι εξελίξεις ύστερα από τις διακηρύξεις της Μπολόνια (Ιούνιος 1999) και της Σαλαμάνκα (Απρίλιος 2001) εκ μέρους των Ευρωπαίων Υπουργών Παιδείας είχαν πολλαπλούς στόχους. Κύριος στόχος τους είναι η υπαλληλία των πανεπιστημιακών σπουδών στις ανάγκες της «αγοράς» (relevance to the market), με αλυσιδωτά και ανησυχητικά επακόλουθα ως προς τη διδασκαλία, την έρευνα, την καλλιέργεια της ίδιας της επιστήμης. Επίσης όμως ως προς τη διοίκηση, τη χρηματοδότηση, τον τρόπο και το πνεύμα αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων κ.ο.κ.
Πρόκειται για την πολιτική και αξιακή επιλογή ότι το ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο οφείλει να αυτοθεωρείται στο εξής ως επιχειρηματική (entrepreneurial) μονάδα, ως διαχειριστής πόρων σε σκληρό ανταγωνισμό προς τους ομοίους του, τόσο στη διδασκαλία και την έρευνα όσο και στην ίδια τη διοίκησή του. Όχι ως ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα σε επαφή με τον εξωτερικό περίγυρο που συναποτελούν οι επιχειρήσεις και η αγορά εργασίας, αλλά ως κανονικός συμπαίκτης στην «αγορά» και τα κερδοσκοπικά ήθη της.
Τι μπορούν να αντιτάξουν σε αυτό το σκυθρωπό πνευματικό τοπίο όσοι και όσες δεν έχουν πάψει να προσβλέπουν σε ένα καλό πανεπιστήμιο και μία καλύτερη κοινωνία; Στην παρούσα ιστορική φάση στον κόσμο, στη γηραιά ήπειρο και στη χώρα μας, αξίζει να αγωνισθούμε, σε πολύ γενικές γραμμές, στα ακόλουθα αξιακά αναχώματα, δεσμευτικά της ακαδημαϊκής πολιτικής και της συμπεριφοράς καθενός. Οι θέσεις αυτές δεν διατυπώνονται αμυντικά, αλλά με σαφώς θετική και εποικοδομητική πρόθεση, διότι πρόκειται για δεσμευτικές αρχές ακαδημαϊκής πολιτικής, με διάρκεια και ισχύ πολύ ευρύτερη της τρέχουσας συγκυρίας.

Β. 1) Περιφρούρηση της απειλούμενης, εκ των έξω και εκ των ένδον, δημοκρατικής λειτουργίας της ακαδημαϊκής ζωής. Σεβασμός στην ακαδημαϊκή ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την αυτονομία των μελών όλων των πανεπιστημιακών βαθμίδων. Το υπό αναζήτηση όραμα για το πανεπιστήμιο πρέπει να αφήνεται στην ελεύθερη διαπάλη των ιδεών, αποτελώντας αντικείμενο εναλλακτικών προσεγγίσεων. Τα οράματα για κάτι καλύτερο δεν επιβάλλονται εκ των άνω και ιεραρχικά, αλλά πλάθονται από συμπράττοντες, ενεργούς και ισότιμους πολίτες. Και καθίστανται ελκυστικά μονάχα χάρη στην ποιότητα των λόγων που προβάλλονται πειστικά και δημοσίως υπέρ αυτών.
2) Διατήρηση του πνευματικού χαρακτήρα του πανεπιστημίου ως universitas, για ουσιαστική γνώση της φύσης, της ανθρώπινης ζωής και της κοινωνίας, χαρακτήρας που αποκρυσταλλώθηκε στον 20ό αιώνα, προ πάντων κατά την περίοδο του κοινωνικού κράτους. Με λειτουργική, ερευνητική και παιδευτική αυτονομία απέναντι στα κερδώα κριτήρια και τις ιδιοτελώς ωφελιμιστικές πιέσεις της «αγοράς», αφενός, αλλά και απέναντι στην κρατική κηδεμονία, αφετέρου.
Πρόκειται για τον χαρακτήρα του πανεπιστημίου ως πεδίου γνώσης που συσσωρεύεται και ανανεώνεται ασταμάτητα, το οποίο θέλει να λειτουργεί βάσει καθολικών προϋποθέσεων πρόσβασης στη μόρφωση. Ως εκπαιδευτικός και ερευνητικός θεσμός στα πλαίσια του οποίου αξιώνεται να συγκροτείται και να προοδεύει η γνώση με τρόπο πολυεδρικό, με ελεύθερο διάλογο και κριτική.
Η δέσμευση για κριτική γνώση σημαίνει πριν από όλα την αμφισβήτηση ότι η εκάστοτε κρατούσα κατάσταση στην κοινωνία και στη γνώση είναι τελεσίδικη, ότι οι υπάρχοντες χωρισμοί στην κοινωνία και στην επιστήμη είναι οριστικοί και απαρασάλευτοι. Συνεπάγεται, πρώτον, την απαίτηση να αποκατασταθεί η διεπιστημονικότητα στο εσωτερικό του πανεπιστημίου, αφού η επιστημονική και η φιλοσοφική σκέψη δεν μπορεί να τεμαχίζεται σε γνωστικά περίφρακτες περιοχές, και δεύτερον, ο ακαδημαϊκός χώρος να διαθέτει επίγνωση της σχέσης του προς τον κοινωνικό του περίγυρο.
Η επικρατούσα «ενιαία» και μονοδιάστατη σκέψη απεχθάνεται οτιδήποτε λοξοδρομεί από την απόλυτη κυριαρχία της «αγοράς» επί της κοινωνίας. Αποκηρύσσει όχι μόνον οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει κάτι από Μαρξ, αλλά ακόμη και την ευφυή αμφισβήτηση του laissez-faire από τον Κέυνς. Συγχρόνως ευνοεί την τυποποίηση της μάθησης ως συνονθυλεύματος ετοιμοπαράδοτων και ρηχών γνώσεων.
Απέναντι σε αυτή τη διανοητική ομοιομορφία υπερασπιζόμαστε αντιθέτως την πολυφωνία των επιστημονικών και των φιλοσοφικών ιδεών ως έκφανση της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Μέσα σε αυτή την πολυφωνία, πάντως, ως μετασυμβατικό πλαίσιο λειτουργίας της παιδείας, εμείς προασπίζουμε ιδίως την κριτική σκέψη σε όλες τις μορφές και τις τονικότητές της. Διότι μόνο μέσα από αληθινή και απαρενόχλητη διαπάλη ιδεών και ρευμάτων μπορεί να υπάρξει ουσιαστική επιστημονική πρόοδος. Καμία «κοινωνία ή οικονομία της γνώσης» δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πραγματική γνώση της κοινωνίας και της οικονομίας.
3) Προάσπιση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης ως κοινωνικού αγαθού. Επίσης, εμμονή στον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου, με την επιθετική ανάδειξη των στοιχείων υπεροχής του απέναντι σε ποικιλώνυμα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Η δημόσια διάσταση του πανεπιστημίου σημαίνει ότι αυτό αποτελεί χώρο πρόσφορο για τη συνειδητοποίηση της σπουδαιότητας των βασικών όρων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τέτοιοι όροι είναι η εγγύηση της ζωής, της ειρήνης, της εργασίας, της κοινωνικής ευημερίας, της διατροφής, του περιβάλλοντος, η διάσωση του πολιτισμού.
Χάρη στη δημόσια διάστασή του το πανεπιστήμιο συνδέεται με την ευρύτερη δημόσια σφαίρα της κοινωνίας. Διασυνδέεται επίσης με τους αναγκαίους πολιτικούς όρους, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η συνειδητοποίηση των όρων της κοινωνικής αναπαραγωγής και η δίκαιη ρύθμισή τους. Τέτοιος όρος είναι κατεξοχήν η πολιτική συμμετοχή σε πλαίσιο δημοκρατικού κράτους δικαίου. Επίσης, σε μικρότερη κλίμακα, η δημοκρατική αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων, το πανεπιστημιακό άσυλο και η ακαδημαϊκή ελευθερία των διδασκόντων.
Τόσο η παιδεία όσο και η οργανωμένη κοινωνική εργασία συνιστούν κομβικούς όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής. Συναποτελούν επίσης θεμελιώδη στοιχεία για την ελεύθερη αυτοπραγμάτωση καθενός, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του/της εν κοινωνία προς τους άλλους. Επομένως, συνεχίζουν να αποτελούν με απαραμείωτο τρόπο ηθική και πολιτική ευθύνη της δημοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας. Αντιθέτως προς τη φιλολογία περί «απασχολησιμότητας» των ανθρώπων, γενικεύσιμο συμφέρον της κοινωνίας παραμένει το βασικό δικαίωμα όλων σε αξιοπρεπή εργασία και κοινωνική ασφάλιση, συνάμα με ελεύθερη πρόσβαση στην εκπαίδευση, ώστε να καταστούν πράγματι ικανοί να χαράσσουν αυτονόμως και με συνέπεια προσωπικά σχέδια ζωής άξια λόγου.
Ως πρόταση απεμπλοκής των δημόσιων πανεπιστημίων από την οικονομική δυσανεξία τους προτείνεται ενίοτε να καθιερωθούν δίδακτρα εις βάρος του φοιτητικού πληθυσμού, ακόμη και σε προπτυχιακό επίπεδο. ΄Εστω κι αν η πρόταση αυτή εκστομίζεται μερικές φορές καλοπροαίρετα, ασπάζεται την αγοραία αντίληψη μίας χρηματοδότησης εκπαιδευτικών υπηρεσιών από χρήστες-καταναλωτές. Εν τούτοις, η αντίληψη αυτή παραθεωρεί τη φύση του σύγχρονου κράτους, το οποίο εννοεί να χρηματοδοτεί τις βασικές λειτουργίες του μέσα από σύστημα γενικής φορολογίας, βάσει του οποίου ο καθένας οφείλει να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών του. Συγχρόνως αφίσταται αφενός από τη φύση του δημόσιου πανεπιστημίου ως πεδίου παραγωγής και μετάδοσης κριτικής γνώσης, αφετέρου από την ιδιότητα της εκπαίδευσης ως κοινωνικού αγαθού. Η ιστορικώς καταξιωμένη φυσιογνωμία του δημόσιου πανεπιστημίου είναι ασύμβατη προς τη λογική ανταποδοτικών πληρωμών από όσους τυχαίνει να επωφελούνται από την προσφορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
4) Καλλιέργεια όχι απλώς εμπορεύσιμων ικανοτήτων, ως αφυδατωμένη επαγγελματική κατάρτιση, αλλά διαπαιδαγώγηση νέων ανθρώπων-πολιτών, ικανών για δημοκρατική συνέργεια στη διαχείριση της κοινωνίας, στην άσκηση της εξουσίας, στην καλλιέργεια της γνώσης. Βαρύνον κριτήριο της πανεπιστημιακής παιδείας δεν μπορεί παρά να είναι η ποιότητα της διενεργούμενης διδασκαλίας γύρω από ορισμένη βασική επιστήμη, τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις της και τη γνωσιακή διάπλεξή της με άλλες επιστημονικές περιοχές. Η αξιολόγηση του πανεπιστημιακού έργου έχει ως αντικείμενο, πριν από οτιδήποτε άλλο, κατά πόσο αυτό προάγει ποιοτικά τις ακαδημαϊκή αποστολή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ιδίως τη διδασκαλία και την έρευνα.
Η ανώτατη εκπαίδευση οφείλει ασφαλώς να προσμετρά τις επαγγελματικές προοπτικές του φοιτητικού πληθυσμού, αφού ούτως ή άλλως πρέπει να νοιάζεται σοβαρά για τις πρακτικές εφαρμογές της στην κοινωνική ζωή. Το πανεπιστημιακό πτυχίο ανταποκρίνεται σε ένα συνεκτικά αρθρωμένο πλέγμα γνώσεων πάνω σε ορισμένη βασική επιστήμη, τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική διάστασή της. Αυτονοήτως, λοιπόν, συνδέεται με εργασιακά δικαιώματα των αποφοίτων, δηλαδή το δικαίωμα να εργασθούν στο φάσμα επαγγελμάτων που αντιστοιχεί στην επιστημονική τους κατεύθυνση, χωρίς περαιτέρω σπουδές.
Πλην όμως η απορρόφηση των πτυχιούχων της από την αγορά εργασίας εκφεύγει της δικής της δικαιοδοσίας. Η περιορισμένη επαγγελματική απορρόφηση των νέων που εξέρχονται από τη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας οφείλεται σε εμμενείς και χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας. Επίσης, στην ενδημική επενδυτική άπνοια, παρά την επί ικανό χρονικό διάστημα ασυνήθιστα υψηλή κερδοφορία του κεφαλαίου σ’ αυτή σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1990 και του 2000. Ο πραγματικός λόγος της ανεργίας των πτυχιούχων δεν είναι καθόλου κάποια αναντιστοιχία των μορφωτικών εφοδίων τους προς τις λεγόμενες ανάγκες των επιχειρήσεων. Είναι, απεναντίας, το γεγονός ότι οι όποιες νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται είναι πολύ λιγότερες από την αύξηση του βαθμού απασχόλησης στον ενεργό πληθυσμό της χώρας.
Δεν είναι οι ικανότητες που λείπουν από την υπάρχουσα αγορά εργασίας, αλλά οι επενδύσεις που θα δημιουργούσαν επαρκείς θέσεις απασχόλησης. Άρα, αρμόζει η σχετική ευθύνη να αναζητηθεί από τους κατόχους κεφαλαίου. Ούτε από το «πλεονάζον» εργατικό δυναμικό ούτε, βεβαίως, από το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων θα μπορούσε να καταστεί εφικτή μονάχα με μία ριζοσπαστική όσο και αναγκαία μεταρρύθμιση στην κατανομή της κοινωνικής εργασίας. Πρακτικά αυτό μπορεί να επιδιωχθεί με μείωση και ανακατανομή του εργάσιμου χρόνου, ώστε να εξασφαλισθούν εν γένει συνθήκες πλήρους απασχόλησης για όλους, πτυχιούχους και μη.
5) Οι πανεπιστημιακές σπουδές πρέπει να καλλιεργούν σε βάθος και εκτενώς μία βασική επιστήμη, με τρόπο εποπτικό και κριτικό, με επαρκή διάρκεια, ώστε να καλύπτουν ευχερώς τη σύνθετη θέση της στο συνολικό επιστημονικό στερέωμα. Τα προγράμματα σπουδών οφείλουν να αποτυπώνουν αυτή τη θεμελιώδη επιστημολογική και ηθική δέσμευση, εξειδικεύοντάς τη σε επιμέρους γνωστικά αντικείμενα, το οποία όμως συνθέτουν από κοινού έναν αξιόλογο μορφωτικό κορμό. Ο στόχος αυτός ματαιώνεται, αν ένα πρόγραμμα σπουδών προσφέρεται εν γένει ως σύμφυρμα θραυσμάτων ασύνδετης γνώσης, με κατατεμαχισμό του επιστημολογικά ενιαίου γνωστικού αντικειμένου της οικείας επιστήμης ή με εκτροπές προς το επουσιώδες. Δεν αρμόζει συνεπώς εξειδίκευση πριν από την ολοκλήρωση ενός ικανοποιητικού επιπέδου σπουδών σε κάποια βασική επιστήμη και τις διεπιστημονικές προεκτάσεις της.
6) Η ευθεία αντιστοίχηση των πανεπιστημιακών σπουδών και της έρευνας προς τις «απαιτήσεις της αγοράς» είναι πολλαπλώς επιζήμια και για λόγους που αναφέρονται στην ίδια την αγορά. Κατ’ αρχάς οι δυνάμεις του κεφαλαίου –διότι περί αυτού πρόκειται, για να ακριβολογούμε– αδιαφορούν πλήρως για την επιδεινούμενη ανεργία. Άρα, οποιαδήποτε δραστική παρέμβαση στον καταμερισμό εργασίας θα γίνει κατ’ αρχήν εις βάρος τους και με σοβαρούς περιορισμούς επ’ αυτών.
Επιπροσθέτως, αυτό που αποκαλείται «αγορά» είναι κατά κυριολεξία η διάρθρωση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και ανταλλαγής και εντός αυτής η εκάστοτε κυρίαρχη στρατηγική συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτή όμως δεν παριστάνει μία ενιαία οντότητα, με συμπίπτοντα συμφέροντα των επιμέρους φορέων της, αν εξαιρεθεί η κατ’ αρχήν κοινή ταξική θέση τους έναντι των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας. Κατ’ αρχάς, διότι ούτως ή άλλως οι σχέσεις των επιμέρους κατόχων κεφαλαίου είναι και μεταξύ τους αγρίως ανταγωνιστικές. Στην καπιταλιστική οικονομία, όπως γνωρίζει ο καθένας, επικρατεί η απροσμάχητη τάση τα πιο αδύναμα κομμάτια του επενδυμένου κεφαλαίου να οδηγούνται σε καταστροφή ή φαγοκύτωση από τα πιο εύρωστα. Άλλωστε τα συμφέροντα του παραγωγικού κεφαλαίου δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην και πλήρως προς εκείνα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Όπως επίσης επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου ενδέχεται να έχουν ανάγκη για κατηγορίες προσωπικού με πολύ διαφορετική κατάρτιση και με ιδιαίτερες ικανότητες, σε σύγκριση με μικρομεσαίες επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας.
Τα επιμέρους οικονομικά υποκείμενα στην καπιταλιστική παραγωγή κι ανταλλαγή δεν είναι σε θέση, συχνά, να αποκτήσουν συνείδηση γύρω από τους όρους αναπαραγωγής του κοινωνικού δεσμού. Δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν ότι η διάλυση του κοινωνικού ιστού –την οποία τα ίδια προκαλούν– διαλύει και τις ίδιες τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής της «αγοράς» και της κοινωνίας γενικότερα. Σε συνθήκες μάλιστα ηνιόχησης των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών από τις βραχυπρόθεσμες και κερδοσκοπικές μετακινήσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, καθίσταται ακόμη πιο εναργής η αδυναμία της «οικονομίας» για ενατένιση πάνω στα ίδια της τα συμφέροντα, πάνω στις ίδιες τις κοινωνικές της βάσεις και γενικότερα πάνω στους όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Λόγου χάριν, οι «παράγοντες της αγοράς» προτρέπουν με φορτικότητα να προσλάβουν τα προγράμματα οικονομικών σπουδών νεοφιλελεύθερο και αμιγώς τεχνοκρατικό πνεύμα, με γερή δόση μαθηματικών και πληροφορικής και σχεδόν καθόλου θεωρητικό λογισμό. Αν όμως συμβεί αυτό, τότε τι προοιωνίζεται τούτο για το μορφωτικό επίπεδο όσων αποφοιτούν εφεξής από τις οικονομικές σχολές, για τους μέλλοντες υπαλλήλους και τα στελέχη των επιχειρήσεων, για το αντίστοιχο προσωπικό των κρατικών υπηρεσιών και των κυβερνητικών επιτελείων;
Κατά πάσα πιθανότητα οι πτυχιούχοι θα είναι μορφωτικώς ανίκανοι να συλλάβουν τι είναι μείζων οικονομική κρίση και νομισματική αστάθεια, τι είναι μακροοικονομική ύφεση και ανεργία, πώς προκαλούνται αυτά τα φαινόμενα και πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν, ακόμη και με διατήρηση των υφισταμένων σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής. Πράγμα απολύτως αναμενόμενο, αφού ο πτυχιούχος οικονομικής σχολής, πέρα από τις εκμαυλιστικές αφέλειες της ενιαίας σκέψης, δεν θα έχει ακούσει ποτέ του κάτι από τις «βλάσφημες» απόψεις του Κέυνς, πολύ λιγότερο του Μαρξ. Ούτε και θα έχει μυηθεί από τους διδάσκοντές του σε συνολικότερη σύλληψη της πολιτικής οικονομίας, με κάποια εμβάθυνση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, σε ιστορική κατανόηση του καπιταλισμού και της προσίδιας σ’ αυτόν αγοράς κ.λπ.
7) Σε εποχή στην οποία η κινητικότητα στην αγορά εργασίας αυξάνει και μεταβάλλονται ραγδαίως οι ζητήσεις της «αγοράς», η ορθή επιλογή είναι η αντίθετη από τη μυωπική λύση που προτείνεται συνήθως. Αυτό που κατά κανόνα προτείνεται είναι ένα ματαιόσπουδο, εκπτωχευμένο και τεχνοκρατικό μορφωτικό πρότυπο, πλήρως εναρμονισμένο, υποτίθεται, προς τις τρέχουσες ανάγκες της «αγοράς», με την πιο πεζή έννοια του όρου. Το ορθό είναι, αντιθέτως, να καλλιεργούνται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης πλέγματα ευρύτερων γνώσεων με κριτικό και πολύπλευρο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται στον καθένα ένα μορφωτικό κεκτημένο, δεκτικό για περαιτέρω εμπλουτισμό και ανανέωσή του στον ενεργό βίο του/της.
Η δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί και οφείλει να συνεισφέρει στην ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών δομών, εφοδιασμένων όμως με κατάλληλη υποδομή και με θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας δημοκρατικό και διαφανές. Τέτοιες εκπαιδευτικές δομές πρέπει να είναι κατάλληλες για ποιοτική επανεκπαίδευση και πρόσθετη επαγγελματική κατάρτιση των ανθρώπων και πέρα από τον σύντομο χρόνο των τυπικών σπουδών, δηλαδή τα τέσσερα-πέντε έτη φοιτητικής ζωής. Οι δομές αυτές πρέπει να διέπονται από πνεύμα εξυπηρέτησης πραγματικών μορφωτικών αναγκών και όχι από την καταναγκαστική πρόθεση να αποκτηθούν όπως-όπως γνώσεις σκόρπιες κι αμφίβολες, χρηστικού χαρακτήρα και μόνο. Όχι μόνο, προκειμένου καθένας να διατηρηθεί στην ενεργό επαγγελματική ζωή, αλλά και για να διευρύνει τον ορίζοντα της σκέψης του, ως φιλομαθής άνθρωπος και ενεργός πολίτης.
Θα ήταν ευχής έργον, ας πούμε, να επιτευχθεί κατά τακτά διαστήματα –π.χ. για έξι μήνες κάθε δέκα χρόνια– η επιμόρφωση των περισσότερων κατηγοριών από τους εργαζομένους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθηγητών και δασκάλων, υπαλλήλων, δικαστικών λειτουργών κ.λπ.). Είναι θεμιτό επίσης να προαχθεί η εξ αποστάσεως διδασκαλία, υπό τον όρο όμως ότι θα παραμείνει, κατά το δυνατόν, επικουρική και σε περιπτώσεις που για σοβαρούς αντικειμενικούς λόγους η αυτοπρόσωπη παρουσία καθίσταται δυσχερής. Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν πρέπει να παραγκωνίσει τον απαράκαμπτο ρόλο της ζωντανής εκπαιδευτικής διαδικασίας.
8) Απέναντι στην ισοπεδωτική εργαλειακή ορθολογικότητα και την ευθυγράμμιση των σπουδών κατά τη συγκυρία της αγοραίας ζήτησης, αρμόζει να αντιπαραθέσουμε κριτικά έναν διαφωτισμό ως προς τις κοινωνικές χρήσεις της γνώσης, πραγματικές ή εναλλακτικές. Το ανθρωπιστικό ήθος και η κοινωνική ευθύνη των επιστημόνων επιτάσσουν να εγκύψουμε σοβαρά στα ιλιγγιώδη προβλήματα διαβίωσης και επιβίωσης της ανθρωπότητας στην υφήλιο. Υπαγορεύουν κοινωνική αλληλεγγύη με τα δισεκατομμύρια χειμαζόμενων συνανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας, καθώς και αλληλεγγύη με τις επερχόμενες γενιές του μέλλοντος, μακριά από νοοτροπίες εθνικιστικής περιχαράκωσης ή από τον κοινωνικό ρατσισμό των ευημερούντων απέναντι στους ενδεείς και τους μετανάστες.
Υπάρχουν πτυχές της ανώτατης παιδείας και της αντίστοιχης έρευνας σε όλες τις επιστήμες που δεν είναι καν αποτιμήσιμες με οικονομικούς όρους. Σε κάθε επιστήμη, ακόμη και στις επιστήμες της φύσης, η ιστορική και η ηθική διάσταση της γνώσης, καθώς και τα φιλοσοφικά προαπαιτούμενά της, αποτελούν συστατικά στοιχεία της επιστημονικής συνείδησης. Αυτά είναι αναγκαία και αξεχώριστα στοιχεία ακόμη και σε επιστημονική γνώση εφαρμογών. Κατά μείζονα λόγο αυτά ισχύουν στις επιστήμες του ανθρώπου. Επομένως, δεν είναι μόνον οι επιστήμες του ανθρώπου που αφήνονται να μαραζώσουν στη διαγραφόμενη νέα εκπαιδευτική τάξη πραγμάτων. Είναι το σύνολο των επιστημών που κινδυνεύει να υποστεί ποιοτική καθίζηση. Διότι η μόνη μορφή επιστημονικής γνώσης που επιζητείται σήμερα είναι αυτή που θα μπορεί να ενσωματωθεί άμεσα στις διαδικασίες της παραγωγής και της ανταλλαγής. Με αδιαφορία των ερευνητών και των πελατών τους για τα ηθικά ζητήματα που θα εγείρει η ετεροβαρής εκμετάλλευση του πνευματικού μόχθου των ερευνητών από επιχειρήσεις που αποσκοπούν πάνω από όλα στο κέρδος, σε αλύπητο ανταγωνισμό μεταξύ τους.
9) Η αληθινή πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι πώς θα δεξιωθούμε την «ψηφιακή ή νέα οικονομία», την «κοινωνία της γνώσης», την «κοινωνία του ρίσκου», ως θύτες ή θύματά της. Είναι αντιθέτως πώς θα χτίσουμε μία κοινωνία στην οποία προϋπόθεση της ευδαιμονίας καθενός θα είναι η αυτοπραγμάτωση των άλλων και όχι η εξόντωσή τους. Όχι για κάποιες προνομιούχες νησίδες σχετικής ευμάρειας πάνω στον πλανήτη, αλλά για όλα τα μέλη του ανθρώπινου γένους.
Αυθεντικά «νέα» θα ήταν μία οικονομία βιώσιμης ανάπτυξης, με δημοκρατικό, άρα συλλογικό και συνειδητό, καθορισμό των αναγκών που είναι καλό να ικανοποιούνται. Αυτή θα συνίστατο σε κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, με κράτιστο μέλημα την αλληλέγγυα διατήρηση της ουσίας της κοινωνικής συνύπαρξης σε ολόκληρη την υδρόγειο, με οικολογική συνείδηση των ανθρώπων, με κοινωνική ασφάλεια για όλους, με τη δυνατότητα να απολαμβάνουν όλοι τα αγαθά του πολιτισμού κ.ο.κ. Σε μία κοινωνία στην οποία παραγωγοί και καταναλωτές θα ήταν υπεύθυνοι πολίτες και όχι κοινωνικώς ανεύθυνα πλάσματα, βυθισμένα στη μανιακή επιδίωξη συμφερόντων εγωιστικών και μάλιστα βραχυπρόθεσμων.
Οι διακηρύξεις της Μπολόνια και της Σαλαμάνκα, αντιθέτως, δέχονται σιωπηρά ότι η παραγωγή και η κατανομή του κοινωνικού πλούτου είναι ιδιωτική υπόθεση αυτών που τον ιδιοποιούνται με την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης αυτών που τον παράγουν. Άρα, υποτίθεται αξιωματικά, οι πρώτοι είναι που νομιμοποιούνται να έχουν τον κύριο λόγο σχετικά με τις προσδοκώμενες από την εκπαίδευση ικανότητες του εργατικού δυναμικού «τους». Ποιο να είναι το περιεχόμενο, το γενικό πνεύμα και οι στόχοι της ανώτατης εκπαίδευσης, αυτά αφορούν δήθεν όχι τους ίδιους τους διδάσκοντες και τους διδασκόμενους, πρωτίστως, αλλά αυτούς που θα εκμεταλλευθούν ακολούθως την εργατική δύναμη των αποφοίτων.
Αυτό είναι τελικώς το κρυμμένο και καθόλου αθώο νόημα της ιδέας «η ανώτατη εκπαίδευση οφείλει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της αγοράς». Η ιδέα αυτή ξεκινά από μία αξίωση επιβολής, ως ιδεολογική προαπόφαση. Ότι δηλαδή μία μικρή μερίδα της κοινωνίας νομιμοποιείται να εκμεταλλεύεται τη μεγάλη πλειονότητά της. Άρα, υποτίθεται ότι η πρώτη δικαιούται να αποφασίζει, ετερόνομα βεβαίως, για το μορφωτικό επίπεδο, τις προοπτικές εργασίας ή ανεργίας και τελικά για τον ίδιο τον βίο της πλειονότητας.
Πέρα από τις αντιρρήσεις αρχής που προσήκουν σε αυτή τη θεώρηση πραγμάτων, αυτή είναι ανίκανη να διέλθει επιτυχώς τη βάσανο ακόμη και μίας εσωτερικής κριτικής. Εάν ο υπό διαμόρφωση πανευρωπαϊκός χώρος ανώτατης εκπαίδευσης χαραμίσει την ακαδημαϊκή του φυσιογνωμία και την κοινωνική του διάσταση, καμία εσωτερική συνοχή δεν αναμένεται να αποκτήσει, ακόμη κι αν γίνουν δεκτές μερικές κοινές, αλλά τυπικές και εξωτερικές, θεσμικές διευθετήσεις.
Είναι εντελώς αστήρικτη η επιτήδεια ταύτιση της «κοινωνίας» με τον δήθεν ουδέτερο όρο «αγορά». Στις διαδικασίες της ανταλλαγής, αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εμφανίζεται μονάχα ό,τι μπορεί να πωληθεί και να αγορασθεί, με πρόθεση το κέρδος. Σ’ αυτές εμφανίζονται εμπορεύσιμα προϊόντα, υπηρεσίες και ικανότητες προς πώληση. Δεν απεικονίζονται απαραιτήτως οι πραγματικές ανάγκες των κοινωνών. Αυτές όμως είναι ζήτημα ανοιχτό στη δημόσια σφαίρα επικοινωνίας των ανθρώπων. Επομένως, ο προσδιορισμός των εύλογων αναγκών, των προτεραιοτήτων και των μέσων για την ικανοποίησή τους αρμόζει να γίνεται πέρα από τον αγχώδη, ιδιοτελή και αφιλοσόφητο χώρο των οικονομικών συναλλαγών.
Κεφαλαιούχοι και εργοδότες ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση ή και την επινόηση αναγκών επί πληρωμή, μονάχα προς όφελος όσων διαθέτουν την αναγκαία αγοραστική δύναμη. Δεν ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση των καλώς νοούμενων αναγκών των ανθρώπων και μάλιστα όλων ανεξαιρέτως. Ούτε για την κοινωνική ευημερία κόπτονται ούτε για τη διατήρηση των κοινωνικών δεσμών ούτε για την προστασία της βιόσφαιρας. Ούτε βεβαίως σκοτίζονται για την καλλιέργεια αληθινού, δηλαδή κριτικού, επιστημονικού και φιλοσοφικού πνεύματος. Αλίμονο όμως στην κοινωνία που θα εγκαταλείψει στην αρμοδιότητα των επιχειρηματιών και των ανθρώπων της πιάτσας να της μάθουν ποιο είναι το νόημα της μόρφωσης, της επιστήμης και τελικά της ίδιας της ζωής μας.
10) Το νόημα της μόρφωσης εξακολουθεί να συνίσταται στην καλλιέργεια των κριτικών ικανοτήτων των ανθρώπων για επιστημονική σκέψη και φιλοσοφικό στοχασμό, για ηθικά και πολιτικά υπεύθυνη δράση, για αληθινή αισθητική απόλαυση. Ωστόσο, η τεχνοκρατική θεώρηση των πραγμάτων και ο αγοραίος οικονομισμός εναντιώνονται απέναντι σ’ αυτό το κληρονομημένο από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό ιδεώδες.
Η προσήλωση στον δημόσιο πανεπιστημιακό χώρο παριστά κάτι πολύ σπουδαιότερο από μία μάχη οπισθοφυλακής. Είναι έμφορτη μίας σταθερής αξιακής διάστασης για το πανεπιστήμιο, δεσμευτικής όχι μόνο στο παρόν αλλά και για το μέλλον, σε κάθε καθ’ υπόθεσιν καλύτερη κοινωνία. Διότι, εάν πρόκειται το πανεπιστήμιο να είναι ο θεσμός που κατεξοχήν επιτρέπει κριτική κατανόηση του κόσμου και της κοινωνίας, τότε θα εντάσσεται στη δημόσια σφαίρα επικοινωνίας κάθε δημοκρατικής κοινωνίας. Σ’ αυτήν οι άνθρωποι θα συζητούν, θα διαβουλεύονται και θα κρίνουν ελεύθερα για υποθέσεις ευρύτερου ενδιαφέροντος, είτε με διαύλους θεσμικά οργανωμένους είτε όχι. Ως τέτοιος, ο χώρος της δημόσιας επικοινωνίας συνέχεται μεν προς την πολιτική βαθμίδα της κοινωνίας, καθώς και προς τα πεδία της οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς όμως να ταυτίζεται προς αυτά.
Κατά συνέπεια, σε κοινωνία στην οποία αξίζει να ζει κανείς η ανώτατη παιδεία θα έπρεπε να διατηρεί τον «δημόσιο» και σχετικά αυτόνομο χαρακτήρα της, ως πεδίο επιστημονικής και φιλοσοφικής γνώσης, το οποίο είναι διακριτό προς τους θεσμούς και τις διαδικασίες των ίδιων των πολιτικών αποφάσεων. Η διακριτή φύση της ανώτατης παιδείας θα εξακολουθούσε να έχει το ακόλουθο διπλό νόημα. Θα παρέμενε αναγκαία αφενός για τη νηφάλια κατανόηση των όρων που απαιτούνται για την αναπαραγωγή του κοινωνικού βίου συνολικά, αφετέρου για γνωστικό έλεγχο των πολιτικών αποφάσεων και της ίδιας της δημοκρατικής αυτοθέσμισης μίας κοινωνίας ελεύθερων και ίσων πολτικών, ανοιχτών στην έντιμη κοινωνική συνεργασία. Επειδή μάλιστα αυτή η δίπτυχη στόχευση προαπαιτεί αναμόρφωση του τρόπου σκέψης των δρώντων, αντικείμενο αχειραγώγητης κρίσης θα πρέπει να αποτελεί και ο βαθμός στον οποίο τυχόν θα έχει επιτευχθεί κάτι τέτοιο.
Εν κατακλείδι, εκτιμούμε ότι οι θέσεις αυτές ανταποκρίνονται σε γενικεύσιμα συμφέροντα της κοινωνίας, στην Ελλάδα και διεθνώς. Διατυπώνονται ως αρχές με διυποκειμενική ισχύ, συμβάλλοντας να αναδειχθεί μία εποικοδομητική προοπτική για την ανώτατη παιδεία. Παρουσιάζοντάς τες προς δημόσια διαβούλευση, ελπίζουμε να μετουσιωθούν σε μαχητικά αιτήματα απέναντι σε δυνάμεις και μηχανισμούς που αντιλαμβάνονται την παιδεία και την έρευνα ως τόπους αγοραπωλησίας προϊόντων και υπηρεσιών. Προς τον σκοπό αυτό ενώνουμε τις δυνάμεις μας με όσους συναδέλφους, στον κόσμο, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, συμμερίζονται τις ίδιες ανησυχίες και κοινές βασικές αξίες για το μέλλον των δημόσιων πανεπιστημίων.

8 Ιουλίου 2011

Εκτενέστερη ανάπτυξη των ανωτέρω θέσεων μπορεί να βρει ο αναγνώστης στα ακόλουθα κείμενα του γράφοντος, μεταξύ πολλών άλλων συγγραφέων:
– Η αβέβαιη «κοινωνία της γνώσης», εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2005, 7ο κεφάλαιο.
– «Πανεπιστημιακή γνώση/έρευνα και αγορά. Η ελληνική περίπτωση», Δ. Κλάδης, Ξ. Κοντιάδης, Γ. Πανούσης (επιμ.), Η Μεταρρύθμιση του ελληνικού Πανεπιστημίου, εκδ. Παπαζήση, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα, 2007, σ. 293-319.
– «Το νόημα της μόρφωσης», επιθεώρηση Ουτοπία, τεύχος 91, 2010, σ. 25-42.

* Σε πρωιμότερη μορφή του, το κείμενο έχει ψηφισθεί από το 6ο συνέδριο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού, στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2002. Σε αγγλική μετάφραση, έχει επιδοθεί επισήμως από την ΠΟΣΔΕΠ στη Σύνοδο των Ευρωπαίων Υπουργών Παιδείας, που έλαβε χώρα στην Αθήνα, 1-3 Μαρτίου 2003, με τίτλο «Τhe Kind of European University We Wish».

Υπόμνημα επί του νομοσχεδίου για το ελληνικό πανεπιστήμιο - του Κώστα Σταμάτη, καθηγητή φιλοσοφίας του δικαίου στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ Πέμπτη, Ιουλ 7 2011 

Προς τις Κυρίες και τους Κυρίους Βουλευτές,
Υπόμνημα επί του νομοσχεδίου για το ελληνικό Πανεπιστήμιο

Αξιότιμοι Κύριοι και Κυρίες Βουλευτές.
Κατατίθεται προς ψήφιση νομοσχέδιο σαρωτικής μεταβολής του πανεπιστημιακού τοπίου στη χώρα μας. Το νομοσχέδιο κατατίθεται μέσα στο καλοκαίρι, μόνο και μόνο για να ψηφισθεί εσπευσμένα και χωρίς ουσιαστική συζήτηση, παρά την καθολική αντίδραση της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας. Το κείμενο αυτό ατυχώς απηχεί προς το πολύ χειρότερο συναφή δέσμη ιδεών, που έχει εξαγγείλει προ μηνών η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και Διά Βίου Μάθησης. Η εν λόγω δέσμη ιδεών έχει αποτελέσει έκτοτε αντικείμενο ζωηρής και αυθεντικής διαβούλευσης στα Τμήματα και τις Συγκλήτους των ΑΕΙ όλης της χώρας. Η ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα έχει κρίνει νηφάλια και τεκμηριωμένα, με πλείστα ψηφίσματα των Συγκλήτων, ότι η δέσμη αυτή διαπνέεται από επίφοβες κεντρικές ιδέες, οι οποίες και μεγεθύνονται τα μάλα στο υπό κρίση νομοσχέδιο. Επί όλων αυτών, παρακαλούμε θερμά να λάβετε υπ’ όψιν Σας τα ακόλουθα.

Ι. Ένα ολιγαρχικό, αδιαφανές και θεσμικά ανέλεγκτο σύστημα διοίκησης
Ύστερα από τη μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή του 1982, το ισχύον στην Ελλάδα σύστημα διοίκησης των ΑΕΙ έχει προσαρμοσθεί επιτυχώς στη συνταγματική επιταγή του άρθ. 16§5 για «πλήρη αυτοδιοίκηση». Η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ διαδέχθηκε με τρόπο εποικοδομητικό το προϊσχύσαν, άκρως ιεραρχικό πρότυπο διοίκησης αποκλειστικά από καθηγητές κατόχους της περίφημης έδρας. Το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, μαζί με την ακαδημαϊκή ελευθερία, επέτρεψαν ύστερα από τη Μεταπολίτευση μία πρωτόγνωρη άνθηση των επιστημών και της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Το αυτοδιοίκητο έχει εμπεδωθεί στον ακαδημαϊκό πολιτισμό της χώρας μας, χάρη σε όργανα ευρείας σύνθεσης με γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας, με μέλη αιρετά και με θητεία κατά κανόνα ενιαύσια (Γενική Συνέλευση Τομέα και Τμήματος, Σύγκλητος).
Χωρίς πειστική επιχειρηματολογία κρίνεται αφοριστικά από την Κυρία Υπουργό ότι το σύστημα αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου έχει καταστεί απαρχαιωμένο. Φαινόμενα σποραδικά και μεμονωμένα παρουσιάζονται περίπου ως γενικευμένη καθημερινή κατάσταση: φαινόμενα βίας, κομματισμού και ευνοιοκρατίας, καθώς και διαφωνίες των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αλλά τέτοια φαινόμενα χαρακτηρίζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και το ίδιο το πολιτικό σύστημα της χώρας, χωρίς ωστόσο να διανοηθεί κανείς να προτείνει στα σοβαρά την κατάργηση της δημοκρατίας!
Με την παραπάνω αυθαίρετη αφετηρία το σχέδιο νόμου εισηγείται ένα αντιδημοκρατικό σχήμα διοίκησης. Αυτό προσιδιάζει σε εταιρία ή ΔΕΚΟ και πάντως όχι σε αυτοκυβερνώμενη κοινότητα ίσων και ελεύθερων ακαδημαϊκών συναδέλφων (κυριολεκτικά collegium), που συναποφασίζουν για τις κοινές υποθέσεις με γνώμονα το γενικό συμφέρον της κοινωνίας πριν απ’ όλα για μόρφωση των παιδιών της. Προτείνει απερίφραστα συγκεντρωτική και ολιγομελή διοίκηση του Πανεπιστημίου. Με μακράς χρονικής διάρκειας θητείες, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου της κορυφής από τα μέλη και τις συνιστώσες της πανεπιστημιακής κοινότητας και δίχως θεσμικά αντίβαρα στο κυοφορούμενο σύστημα ανέλεγκτης εξουσίας. Ο καθείς γνωρίζει, ωστόσο, ότι ο συνδυασμός αυτών των γνωρισμάτων υποθάλπει εξ αρχής την πιθανότητα συστηματικής αυθαιρεσίας, νεποτισμού, συναλλαγής και μισαλλόδοξης άσκησης της εξουσίας.
α) Το Συμβούλιο του Ιδρύματος
Προτείνεται ένα ολιγαρχικό όργανο διοίκησης, παντοδύναμο λόγω αυξημένων αρμοδιοτήτων (στο μακροσκελέστατο άρθρο 8). Σ’ αυτό θα μετέχουν 7 μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας άμεσα εκλεγμένα από τους καθηγητές του Ιδρύματος και μόνον αυτούς. Καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για αντιπροσωπευτικότητα του σώματος αυτού κατά Σχολή. Ελλοχεύει έτσι ο πραγματικός κίνδυνος τα εκλεγμένα μέλη του Συμβουλίου να προέρχονται μονάχα από το απείρως πολυπληθέστερο Τμήμα ενός ΑΕΙ, δηλ. αυτό της Ιατρικής! Ως προσόν εκλογιμότητας ορίζεται ότι οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν «διοικητική εμπειρία στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα». Με αντιφατικό τρόπο, όμως, σε άλλο σημείο του νομοσχεδίου, απαγορεύεται –και ορθώς– σε καθηγητές πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης να μετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο σε ιδιωτικές εταιρίες. Τι είδους καθηγητές λοιπόν θα μπορεί να είναι υποψήφιοι για το Συμβούλιο αυτό; Προφανώς μόνο καθηγητές «πλήρους απασχόλησης», οι οποίοι ασκούν παράλληλα ελεύθερο επάγγελμα ή μετέχουν ευθέως σε διοίκηση ιδιωτικών επιχειρήσεων, π.χ. ιδιωτικών κλινικών.
Στο Συμβούλιο αυτό θα μετέχει επίσης ίσος αριθμός ατόμων (7), που προέρχονται έξωθεν της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ήδη εδώ εντοπίζεται μία εξόφθαλμη παραβίαση της συνταγματικής απαίτησης για «πλήρη αυτοδιοίκηση» του Πανεπιστημίου. Κάποιοι θα συγκυβερνούν την πανεπιστημιακή κοινότητα, θα συννομοθετούν μάλιστα κανονιστικά κείμενα, μολονότι εξωτικοί και παντελώς άσχετοι προς αυτή, χωρίς να εκλέγονται με άμεση εκλογή από αυτή και δίχως να λογοδοτούν σ’ αυτήν! Η συνταγματική παρεκτροπή καθίσταται ακόμη πιο ανυπόφορη, επειδή το Συμβούλιο αυτό θα διαθέτει εξαιρετικά αποφασιστικές αρμοδιότητες κάθε είδους. Σημειωτέον ότι ο Πρόεδρος και ο αναπληρωτής του σ’ αυτό το Συμβούλιο θα είναι μονάχα εξωτερικά μέλη του. Καλόπιστος αναγνώστης πείθεται ότι πρόκειται ξεκάθαρα για σύστημα ετεροδιοίκησης και όχι βέβαια «πλήρους αυτοδιοίκησης» του Πανεπιστημίου.
Το Συμβούλιο δεν θα ελέγχεται από τη Σύγκλητο του Ιδρύματος ούτε θα λογοδοτεί σ’ αυτή. Η θητεία των μελών του μπορεί να εκτείνεται έως 12 χρόνια (δύο εξαετίες)! Αλλά τόσο μακρά παραμονή σε όργανο αποφασιστικής άσκησης εξουσίας αποτελεί φυτώριο συναλλαγής, διαφθοράς και αυταρχισμού. Το Συμβούλιο συγκεντρώνει αρμοδιότητες: α) επιτελικές, όπως η στρατηγική και η ερευνητική πολιτική του Ιδρύματος, β) διοικητικές, όπως η εποπτεία του Ιδρύματος, γ) οικονομικές, όπως η έγκριση προϋπολογισμού, αλλά και δ) κανονιστικές, όπως η κατάρτιση του Οργανισμού του Ιδρύματος και η έγκριση του Εσωτερικού Κανονισμού του. Ως προς το τελευταίο σημείο λανθάνει και πάλι μία εσωτερική αντίφαση του νομοσχεδίου, διότι οι δύο αυτές κανονιστικές αρμοδιότητες κατά σύγχυση αρμοδιοτήτων φαίνεται να ανατίθενται και στον Πρύτανη!
Τι είδους όργανο προορίζεται να είναι το ομιχλώδες αυτό Συμβούλιο; Θα είναι όργανο εποπτικό; Αλλά τα ΑΕΙ τελούν κατά το Σύνταγμα «υπό την εποπτεία του Κράτους» (άρθ. 16§5), δηλαδή του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργείου. Η αρμοδιότητα αυτή δεν μπορεί να εκχωρείται στα ίδια τα ΑΕΙ, πολύ λιγότερο σε κάποιο Συμβούλιο, διότι έτσι το Ίδρυμα θα συγκέντρωνε τις ιδιότητες του ελέγχοντος και του ελεγχόμενου. Το Συμβούλιο τούτο θα έχει εκτός από εκτελεστικές και κανονιστικές αρμοδιότητες. Αλλά κι αυτό επίσης αντιβαίνει στο Σύνταγμα, αφού τα μέλη του που δεν είναι πανεπιστημιακά πρόσωπα, αλλά ιδιώτες, δεν μπορούν να συμπράττουν σε θέσπιση κανόνων για αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Με ποια νομιμοποίηση λοιπόν, με ποια γνωστική ή άλλη αρμοδιότητα πρόσωπα άσχετα προς την ανώτατη εκπαίδευση (π.χ. οικονομικοί παράγοντες, πολιτευτές, δήμαρχοι, μητροπολίτες) θα συναποφασίζουν για ζητήματα που αγνοούν βαθύτατα, όπως η στρατηγική ανάπτυξη του Πανεπιστημίου, η έγκριση προγραμματικής συμφωνίας με την πολιτεία, ο προϋπολογισμός, ο Εσωτερικός Κανονισμός του, η επιλογή Πρύτανη;
β) Η Σύγκλητος
Τυπικά διατηρείται, αλλά εντελώς αποψιλωμένη από κρίσιμες αρμοδιότητες, αφού αυτές έχουν μεταφερθεί στο Συμβούλιο του Ιδρύματος (άρθ. 8). Αποτελεί πλέον διακοσμητικό όργανο, που περιορίζεται στο να εκφέρει μη δεσμευτική, απλή –όχι σύμφωνη– γνώμη!
γ) Ο Πρύτανης
Είναι μονοπρόσωπο όργανο, εξοπλισμένο με γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας (άρθ. 8)! Μπορεί να υπηρετήσει δύο τετραετείς θητείες, δηλαδή 8 χρόνια. Δεν αναδεικνύεται πια από την πανεπιστημιακή κοινότητα με γενικές εκλογές. «Επιλέγεται» από τριμελή επιτροπή, την οποία ορίζει το Συμβούλιο του Ιδρύματος, μετά από διεθνή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Εν παρόδω, αναρωτιέται κανείς μήπως η πρόσκληση αυτή θα απευθύνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου αδιακρίτως. Οπότε ενδεχομένως γεννάται και ένα πρόβλημα γλωσσικής συνεννόησης του επίδοξου Πρύτανη με αυτούς που πρόκειται να διοικήσει, πιθανώς μέσω διερμηνέως! Η αρμοδιότητα επιλογής του ανήκει πάντως στο Συμβούλιο, με ανέλεγκτη απόφαση του τελευταίου. Στη Σύγκλητο απομένει απλώς η έκφραση «γνώμης» ως προς τα πρόσωπα των υποψηφίων για τη θέση του Πρύτανη. Η υπόλοιπη ακαδημαϊκή κοινότητα κρατείται θεσμικά χωρίς φωνή και λόγο για την ανάδειξη του «ηγέτη» της.
Εδώ τριπλό είναι το πλήγμα που καταφέρεται στο συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ. α) Ο Πρύτανης μπορεί να μην ανήκει καν στην ακαδημαϊκή κοινότητα της οποίας θα προΐσταται. Θα διοικεί ακαδημαϊκή κοινότητα την οποία αγνοεί, όπως κι εκείνη αγνοεί τον ίδιο. Και μάλιστα χωρίς καν να αποκτά την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού. β) Παύει να εκλέγεται από αυτούς που –υποτίθεται ότι θα– εκπροσωπεί. γ) Από σύμβολο της ακαδημαϊκής κοινότητας ο Πρύτανης μετατρέπεται σε διευθύνοντα σύμβουλο. Πιθανώς και σε αστυνόμο του πνεύματος, εάν αναλογισθεί κανείς ότι έχει την αρμοδιότητα να κατανέμει και να ανακατανέμει τις θέσεις καθηγητών από Σχολή ή Τμήμα σε άλλη ακαδημαϊκή μονάδα του Ιδρύματος, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό (άρθ. 16§3 του νομοσχεδίου)! Κατ’ ουσίαν ο Πρύτανης διαθέτει και δικαίωμα απόλυσης καθηγητών, σαν να πρόκειται για αφεντικό του Ιδρύματος. Άραγε, ποια ακαδημαϊκή ελευθερία απομένει να απολαύουν εφεξής οι καθηγητές, όταν θα επικρέμαται στο κεφάλι τους τέτοιο φόβητρο για την ίδια τη θέση τους; Εν προκειμένω, επομένως, διαγράφεται ο πρωτοφανής κίνδυνος προγραφών εις βάρος συναδέλφων μας, ιδίως με κριτήρια ιδεολογικά.
δ) Η Σχολή
Στην πραγματικότητα προβλέπονται θεσμικά τρεις ξεχωριστές Σχολές, καίτοι παράλληλες (άρθ. 9,12,13 του νομοσχεδίου), που προφανώς θα διεκδικούν τους ίδιους –περιορισμένους βεβαίως– χώρους στέγασης για τις διακριτές δραστηριότητές τους! Σε περίοδο οξύτατης οικονομικής κρίσης ιδρύεται μία υπερδιογκωμένη γραφειοκρατική δομή, η υλοποίηση της οποίας θα αποβεί εξαιρετικά δαπανηρή και πρακτικά παραλυτική.
Και εδώ επίσης αφαιρείται το τεκμήριο αρμοδιότητας από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής, αφήνοντας σ’ αυτή μονάχα γνωμοδοτικές αρμοδιότητες, όπως και από τη Σύγκλητο. Τεκμήριο αρμοδιότητας έχει ένα ολιγομελές όργανο, η Κοσμητεία, με πολύ αποφασιστικές αρμοδιότητες κιόλας (command and control). Τέτοιες είναι: ο προγραμματισμός θέσεων καθηγητών, ορισμός επιτροπών κρίσης καθηγητών, αξιολόγηση του διδακτικού έργου, έγκριση προγραμμάτων σπουδών που εκπονούνται από «επιτροπές» τις οποίες συγκροτεί η Κοσμητεία και όχι από τα επί μέρους Τμήματα! Σημειωτέον ότι ο άνωθεν καθορισμός της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής για ολόκληρη τη Σχολή από την Κοσμητεία –όπως και από το Συμβούλιο του Ιδρύματος κεντρικά– παραβιάζει ευθέως την ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελευθερία της έρευνας, νοούμενες ως ατομικό δικαίωμα καθενός διδάσκοντος.
Η θητεία του Κοσμήτορα μπορεί να είναι επίσης 4χ2= 8 έτη. Κοσμήτορας εκλέγεται όχι από τα μέλη των επί μέρους Τμημάτων της Σχολής με άμεση εκλογή, όπως θα ήταν πρέπον, αλλά από το Συμβούλιο του Ιδρύματος (άρθ. 9). Δηλαδή «επιλέγεται» όχι μόνον άνωθεν, αλλά και από άσχετους προς τη Σχολή και τις επιστήμες που αυτή καλλιεργεί, και πάλι κατά κατάφωρη παραβίαση του αυτοδιοίκητου, αυτή τη φορά σε επίπεδο Σχολής. Εναλλακτικά το κείμενο του νομοσχεδίου προβλέπει κάτι ακόμη πιο εξοργιστικό. Δηλαδή η εκλογή του Κοσμήτορα να γίνεται προσωπικά και ανεξέλεγκτα από τον Πρύτανη, ο οποίος ορίζει επιτροπή που θα προεπιλέξει τους τρεις επικρατέστερους υποψηφίους! Σαν να είναι ο Κοσμήτορας τοποτηρητής ανά Σχολή του εκάστοτε Πρύτανη και της πολιτικής που ο τελευταίος εννοεί να επιβάλλει εκ των άνω και έξωθεν, εν σχέσει προς τα θεσμικώς άβουλα και άφωνα μέλη ΔΕΠ των Τμημάτων σε κάθε Σχολή.
ε) Τμήμα
Η Γενική Συνέλευση του Τμήματος καταντά σκιά του εαυτού της, με αρμοδιότητες ασήμαντες (άρθ. 10). Αντίθετα ισχυροποιείται η θέση του Προέδρου του Τμήματος, αφού αυτός θα συμμετέχει στην Κοσμητεία για 2 χρόνια, δρώντας εν δυνάμει και πάλι ανεξέλεγκτα από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος. Η τελευταία δεν θα έχει καν αρμοδιότητα να συντάξει προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών για το Τμήμα (άρθ. 10 και 38 του νομοσχεδίου) ή να συγκροτεί επιτροπές κρίσης των καθηγητών του Τμήματος! Αυτά ανήκουν πλέον στην πανίσχυρη Κοσμητεία της Σχολής. Εδώ καταλύεται πλήρως η συνταγματική απαίτηση για πλήρη αυτοδιοίκηση σε επίπεδο Τμήματος, διενεργούμενη από τους ίδιους τους καθηγητές του Τμήματος και για κρίσιμες υποθέσεις του ίδιου του Τμήματος. Όσο για το αληθινό κύτταρο της ακαδημαϊκής ζωής, τον Τομέα ομοειδών γνωστικών αντικειμένων σε κάθε επί μέρους Τμήμα, όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, παύει αναιτιολόγητα να έχει οποιαδήποτε θεσμική υπόσταση.
στ) Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για αξιοποίηση της περιουσίας ΑΕΙ
Σπουδαίο πρόβλημα εγείρει το ότι εν μέρει ή και εν όλω (!) η περιουσία των ΑΕΙ, δηλαδή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μολονότι ταγμένη για την εξυπηρέτηση δημόσιων σκοπών, κατ’ ουσίαν εκφεύγει του δημόσιου ελέγχου. Στο ίδιο άρθρο (59) διαφαίνεται ασαφώς ότι σε αυτό το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ανατίθεται γενικά η διαχείριση –όλων άραγε;– των πόρων του Ιδρύματος, περιλαμβανομένων και των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας και αναπτυξιακών προγραμμάτων.
Το άρθρο περιέχει αόριστη και επικίνδυνη νομοθετική εξουσιοδότηση, αφού εναπόκειται σε προεδρικό διάταγμα να αναθέσει σ’ αυτό το ΝΠΙΔ πληθώρα οικονομικών αρμοδιοτήτων, στενά συνυφασμένων με εκπαιδευτικές, κοινωνικές ή ερευνητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος, καθώς και με διοργάνωση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Και εδώ επίσης φαίνεται ότι ορισμένο όργανο, χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση πάλι, αποφασίζει ετερόνομα, επιβάλλοντας ποικίλες και πολύ δεσμευτικές υποχρεώσεις σε μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Όπως συνήθως, στο νομοσχέδιο αυτό, παρεκτός από το αυτοδιοίκητο, προσβάλλεται συνάμα και η ακαδημαϊκή και ερευνητική ελευθερία τους.
ΙΙ. Θεσμικά απροστάτευτο το πανεπιστημιακό προσωπικό
α) Καθηγητές
Το νομοσχέδιο προβλέπει περιέργως εξέλιξη του αναπληρωτή καθηγητή «με κλειστή διαδικασία», χωρίς πιθανούς συνυποψήφιους. Τούτο όμως απάδει στη γενική αρχή δημοσίου δικαίου, ότι οι δημόσιες θέσεις δέον να είναι ανοιχτές σε όσους διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα. Οι βαθμίδες περιορίζονται στις τρεις ανώτερες. Αντί του λέκτορα ή του διδάσκοντος με βάση το ΠΔ 407 εισάγεται ένας υβριδικός θεσμός συμβασιούχου επιστήμονα, με διδακτικά μόνον καθήκοντα, το πολύ για 5 χρόνια. Χωρίς καμία προοπτική εξέλιξης, ο ενδιαφερόμενος δεν θα έχει και σοβαρό κίνητρο να δεσμευτεί σε τόσο προσωρινή απασχόλησή του στο Πανεπιστήμιο.
Για λόγους οικονομικούς την τελευταία διετία έχει ήδη επέλθει σύντμηση των 3Ομελών εκλεκτορικών σωμάτων κρίσης μελών ΔΕΠ σε μόλις 15μελή. Με το προωθούμενο νομοσχέδιο το σώμα αυτό γίνεται μόλις πενταμελές, εκ των οποίων δύο μόνο μέλη θα ανήκουν στη Σχολή (άρθ. 26). Με τόσο ολιγομελή σύνθεση ανακύπτει μέγας κίνδυνος χειραγώγησης των κριτών από την ηγεσία του Ιδρύματος ή της Σχολής, καθώς και από ομάδες συμφερόντων που θα λειτουργήσουν στα διάκενα του αδιαφανούς συστήματος εξουσίας που προωθείται με το νομοσχέδιο στο Πανεπιστήμιο. Η κρίση των υποψηφίων δεν θα γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση, αλλά εν κρυπτώ, με θεσμική αναπηρία της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος, χωρίς καμία συμβολή ή λόγο πάνω σε θέμα αμιγώς ακαδημαϊκό. Στο Τμήμα απλώς θα ανακοινώνεται εκ των υστέρων αν κάποιος τελικά εκλέχθηκε ή προάχθηκε, ερήμην του Τμήματος. Σε αντιστάθμισμα αυτού του θεσμικού ακρωτηριασμού, το νομοσχέδιο προνοεί οι υποψήφιοι για την υπό πλήρωση θέση να παρουσιάζονται ενώπιον όλων των καθηγητών της Σχολής για επίσκεψη γνωριμίας!
Η προτεινόμενη ρύθμιση προδίδει μία ταπεινωτική εμπάθεια απέναντι στους Έλληνες πανεπιστημιακούς δασκάλους, κρίνοντάς τους εκ προοιμίου και συλλήβδην ύποπτους να διαχειρισθούν τις σχετικές κρίσεις με την προσήκουσα αντικειμενικότητα. Ακόμη και οι μόνιμοι καθηγητές θα υπόκεινται σε περιοδική διαδικασία ατομικής αξιολόγησης ως προς το έργο τους από επιτροπές διεθνούς σύνθεσης. Αλλά ατομική αξιολόγηση καθενός μέλους ΔΕΠ ήδη γίνεται κατά την κρίση του πανεπιστημιακού δασκάλου από τη μία βαθμίδα στην άλλη, με τα κριτήρια του νόμου. Επιπρόσθετη διαδικασία ατομικής αξιολόγησης και μάλιστα περιοδική θυμίζει τον αλήστου μνήμης θεσμό του επιθεωρητή μέσης εκπαίδευσης. Υπερακοντίζει μάλιστα κι αυτόν τον θεσμό του επιθεωρητή, διότι εις βάρος του (κρινόμενου ως ανεπαρκούς) καθηγητή-δημόσιου λειτουργού προβλέπονται τώρα αρχικά οικονομικές κυρώσεις και τελικά απόλυσή του (άρθ. 18)! Και νέο έρεισμα λοιπόν παρέχεται για πιθανή αστυνόμευση του πνεύματος και χειραγώγηση των συνειδήσεων διά του φόβου των διδασκόντων στα Πανεπιστήμια.
β) Ειδικό εκπαιδευτικό και ερευνητικό προσωπικό
Προτείνεται ως υποκατάστατο του παλαιού επιστημονικού συνεργάτη, κάτι αληθινά απαραίτητο (άρθ. 29). Ωστόσο αφήνεται θολό αν θα είναι μόνιμοι και πώς θα επιλέγονται.
γ) Γραμματέας του ΑΕΙ
Με θητεία 4+4 έτη, οπότε κατόπιν αποχωρεί (άρθ. 29). Και εδώ επίσης η ρύθμιση μαρτυρεί προαντίληψη των συντακτών του νομοσχεδίου, ότι το πανεπιστημιακό προσωπικό στο εξής θα είναι περίπου αναλώσιμοι άνθρωποι, άρα ευχειραγώγητοι διά του φόβου της προσωρινότητας ή της απώλειας της θέσης τους.
ΙΙΙ. Κατάργηση της σύνδεσης ανάμεσα σε Τμήμα και ορισμένη επιστήμη
Εξίσου ανησυχητικό είναι να καταστούν οι Σχολές καθοριστική ακαδημαϊκή μονάδα. Και μάλιστα εις τριπλούν: Σχολή προπτυχιακή, Σχολή μεταπτυχιακή, Σχολή διά βίου μάθησης. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες θα εισάγονται σε Σχολή και όχι σε Τμήμα. Η Σχολή και όχι Τμήμα θα απονέμει πτυχίο. Για μεταπτυχιακές σπουδές και εκπόνηση διδακτορικής διατριβής –σε εποχή ισχνών αγελάδων– ιδρύεται άλλη Σχολή, ειδική. Ποια θα είναι άραγε η σχέση της προπτυχιακής Σχολής με τη μεταπτυχιακή Σχολή και κατ’ αρχάς ποια πρακτική σκοπιμότητα υπαγορεύει τέτοιον γραφειοκρατικό διαχωρισμό; Το πράγμα περιπλέκεται τραγελαφικά με την ύπαρξη και τρίτης παράλληλης Σχολής, αυτής που θα αναλάβει διά βίου μάθηση και εξ αποστάσεως διδασκαλία!
Η προπτυχιακή Σχολή θα έχει την ευθύνη για ενιαίο πρόγραμμα σπουδών του πρώτου ακαδημαϊκού έτους. Αλλά τι είδους ενιαίο πρόγραμμα σπουδών μπορεί να έχει π.χ. Φιλοσοφική Σχολή με τέσσερα ξενόγλωσσα Τμήματα, με Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τμήμα Φιλολογικό, Τμήμα Ψυχολογίας, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής; Στα επόμενα δύο έτη σπουδών θα μπορεί άραγε σε τέτοια ασαφή ακαδημαϊκή μονάδα να καλλιεργείται βασική έρευνα, ώστε να μεταλαμπαδεύεται στο φοιτητικό κοινό; Στο νομοσχέδιο ο πραγματικός χρόνος σπουδών σε κάποια βασική επιστήμη από Τμήμα στριμώχνεται σε μόλις δύο χρόνια! Αλλά σε ποια χώρα του κόσμου, επί τέλους, συντελείται τέτοια τερατώδης συρρίκνωση του χρόνου σπουδών; Σε δύο έτη σπουδών πιθανώς εκμαθαίνεται η κομμωτική τέχνη, ωστόσο καμία βασική επιστήμη δεν προφταίνει να καλλιεργηθεί δεόντως και με ικανή βασική έρευνα. Εξ άλλου, με «πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος πιστωτικών μονάδων» φοιτητές θα μπορούν να φέρνουν προς συνυπολογισμό στο δημόσιο Πανεπιστήμιο πιστωτικές μονάδες από διδασκαλία και σε ιδιωτικές εκπαιδευτικές επιχειρήσεις, οι οποίες όμως δεν λειτουργούν με ακαδημαϊκούς όρους! Τι είδους «ακαδημαϊκός» τίτλος θα απονέμεται έτσι;
Η Σχολή μπορεί να αποτελείται από Τμήματα, τα οποία θα οργανώνουν, υποτίθεται, διαφορετικά και ευέλικτα δομημένα προγράμματα σπουδών, ακόμη και μονοετούς διάρκειας. Εδώ ελλοχεύει ένας πρωτοφανής κίνδυνος για την ανθρώπινη γνώση συνολικά: να σπάσει η ενότητα καθεμιάς από τις επιστήμες, που μόνον αυτή επιτρέπει σφαιρική και κριτική επιστημονική συνείδηση. Και να θρυμματισθεί σε πλειάδα επί μέρους κι αποσπασματικών στοιχείων γνώσης, ως πληροφοριών ασύνδετων μεταξύ τους.
Αλλά χωρίς να μπορεί να ενδιατρίβει κανείς με σχετική πληρότητα σε ορισμένη επιστήμη το «ευέλικτο» πρόγραμμα σπουδών καταντά αβαθές συμπίλημα σκόρπιων γνώσεων. Π.χ. σε Σχολή ΝΟΠΕ τι ακριβώς θα σπουδάζει εφεξής ο εισαγόμενος ατυχής φοιτητής: επιστήμη νομική, οικονομική, πολιτική; Ή μήπως όλα αυτά συγχρόνως και τελικά τίποτε απολύτως; Συνάμα εκλείπει και κάθε ουσιαστική δυνατότητα για αυθεντική «διεπιστημονικότητα», την οποία, ωστόσο, το υπουργικό κείμενο κατά δήλωσή του επιδιώκει. Διότι για καμία επιστήμη δεν θα μπορούν πλέον οι φοιτητές να σχηματίσουν σχετικά ολοκληρωμένη εικόνα, πόσο μάλλον διεπιστημονική κιόλας.
Επιπροσθέτως η κρίση διδακτορικής διατριβής ευτελίζεται ανεπανόρθωτα (άρθ. 39). Η κρίση αυτή θα γίνεται από δύο μόνο εξεταστές, οι οποίοι ορίζονται και πάλι εκ των άνω από την Κοσμητεία. Η «εξέταση» θα γίνεται χωρίς δημόσια υποστήριξη από τον υποψήφιο. Εν κρυπτώ και παραβύστω, δηλαδή, ως άλλη μία εστία πιθανής συναλλαγής ή αντιδεοντολογικής συνεννόησης. Επιπροσθέτως, εάν σημειωθεί διαφωνία μεταξύ των δύο εξεταστών ως προς τον βαθμό ή τη μνεία της διατριβής, πώς θα επιλυθεί άραγε το θέμα; Αυτό το απλούστατο ερώτημα φαίνεται να διέλαθε της προσοχής του συντάκτη του νομοσχεδίου! Όπως όμως είναι κοινώς γνωστό από αιώνων, τουλάχιστον tres collegium faciunt.
Οι νέοι άνθρωποι θα αποφοιτούν επομένως ως αδαείς σε συγκεκριμένη επιστήμη, ως κάτοχοι πτυχίων ευκολίας χωρίς κανένα επιστημονικό υπόβαθρο. Αλλά τότε τι αντίκρυσμα μπορεί περαιτέρω να έχουν τέτοια πτυχία στην αγορά εργασίας; Οι κρατούντες θα απαντούσαν προφανώς ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να κάνουν επιπρόσθετη κατάρτιση ή διά βίου εκπαίδευση, με δικά τους χρήματα ασφαλώς. Κατάρτιση και πάλι ταχύρρυθμη και κατ’ επίφασιν επιστημονική, στις Σχολές διά βίου μάθησης, που το νομοσχέδιο εξαγγέλλει.
Οπότε τι ακριβώς θα είναι αυτό που, άλλη μια φορά, η διορισμένη από τον Υπουργό ΑΔΙΠ (άρθ. 65), διεθνείς επιτροπές επιστημόνων ή ακόμη και ειδικευμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων θα πιστοποιούν ως «ποιότητα» και «σύγχρονο πνεύμα» σε light προγράμματα σπουδών, όταν αυτά θα έχουν παύσει να καλλιεργούν με προσήλωση ορισμένη επιστήμη, εις βάθος και πλάτος; Και τι είδους «κριτικά ενημερωμένοι πολίτες» θα προετοιμάζονται, όταν τα προγράμματα σπουδών θα διαποτίζονται μονόπλευρα από αγωνία για αποτελεσματική σύνδεση με την αγορά εργασίας και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας; Ποιο είναι τελικά το νόημα και η αξία της μόρφωσης για τους εμπνευστές του νομοσχεδίου; Ποιο Τμήμα θα μπορεί υπ’ αυτές τις τραγικές συνθήκες να καταστεί «κέντρο αριστείας», όπως μας παροτρύνει το νομοσχέδιο;
Φοβόμαστε επομένως ότι, παρά τη ρητορική επίκληση του κειμένου στις αξίες του ορθού Λόγου και του Διαφωτισμού, το νομοσχέδιο θίγει καίρια την ελεύθερη, πολυφωνική και κριτική καλλιέργεια επιστημών και φιλοσοφίας. Στόχος του δεν είναι να διαπλασθούν οι νέοι άνθρωποι σε «ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες», όπως αξιώνει από τα δημόσια ΑΕΙ το άρθ. 16§2 του Συντάγματος, χάριν της πνευματικής και κοινωνικής ανάπτυξης των ίδιων των πολιτών και του κοινού καλού. Στόχος είναι μάλλον να παράγεται ένα πολτώδες «ανθρώπινο κεφάλαιο» με επιφανειακή μεταλυκειακή εκπαίδευση. Αποξενωμένο από αυθεντικό επιστημονικό πνεύμα ή κριτική ικανότητα, απλώς και μόνο τιθέμενο στην υπηρεσία της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, όποτε τυχόν καταφέρει να βρει κάποια θέση εργασίας, προσωρινή, ανασφάλιστη και πιθανότατα άσχημα αμειβόμενη.
ΙV. Ανεύθυνη απόσυρση του Κράτους από τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ
Η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ συναρτάται με την οικονομική αυτοτέλειά τους. Ως οικονομική αυτοτέλεια, όμως, νοείται αντικειμενικά η ανεξαρτησία τους από εξωτερικά κέντρα επιρροής, όπως η κυβέρνηση από τη μία πλευρά και ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα από την άλλη. Μόνον υπό τον όρο αυτό, εξ άλλου, μπορεί να υπάρξει αληθινά ακαδημαϊκή ελευθερία και ελευθερία της έρευνας. Έρευνα χρηματοδοτούμενη από ιδιωτικά κεφάλαια δεν μπορεί να αναπτύσσει ερευνητικά προγράμματα σε θέματα και με πνεύμα μη αρεστά στην επιχειρηματική τάξη. Η οικονομική αυτοτέλεια των Πανεπιστημίων θίγεται, όταν είτε εξαρτάται από ιδιώτες χορηγούς ή δανειστές είτε η δημόσια οικονομική στήριξη των ΑΕΙ δίνεται υπό όρους.
Η επί μακρόν υποχρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Εδώ και δεκαετίες αντιστοιχεί περίπου στο μισό ποσοστό επί του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, σε σύγκριση με τον κοινοτικό μέσο όρο –σήμερα το ποσοστό αυτό έχει κατέλθει πολύ περισσότερο. Αυτό υπήρξε βασική αιτία για την καθήλωση των ελληνικών ΑΕΙ σε μέτρια επίπεδα, όπως επίσης η ασύνετη και πρόχειρη εκ μέρους των κυβερνήσεων ίδρυση νέων πανεπιστημιακών τμημάτων στην περιφέρεια, για λόγους πελατειακών σχέσεων μέσω ενίσχυσης των τοπικών οικονομιών. Παρ’ όλα αυτά ήδη το υπουργικό σχέδιο διαβούλευσης, κάνοντας μία αδόκιμη σύγκριση με την ανώτατη εκπαίδευση άλλων ευρωπαϊκών χωρών, κατέληγε στη διαπίστωση ότι τα ελληνικά ΑΕΙ στηρίζονται στην κρατική επιχορήγηση σε μεγαλύτερο ποσοστό από τον κοινοτικό μέσο όρο. Τούτο μπορεί να είναι αληθές, όμως οφείλεται σε ότι τα ελληνικά ΑΕΙ κατά κανόνα δεν έχουν δική τους αξιόλογη περιουσία ούτε γίνονται προς αυτά σπουδαίες δωρεές, ώστε να αυτοχρηματοδοτούνται ικανοποιητικά.
Όσο για την ιδιωτική οικονομία, αυτή, εξ αιτίας χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της, αδυνατούσε να δώσει ωθήσεις στα ΑΕΙ, ακόμη και σε περίοδο εντυπωσιακής κερδοφορίας του κεφαλαίου. Κατά μείζονα λόγο είναι πλήρως ανήμπορη για κάτι τέτοιο εν μέσω βαθύτατης οικονομικής κρίσης και ύφεσης της ελληνικής οικονομίας. Σε ποια ακριβώς αγορά, λοιπόν, και με ποιο αντάλλαγμα καλούνται να αποτανθούν τα ελληνικά ΑΕΙ, για να πετύχουν ποθητούς «εξωτερικούς πόρους και χορηγίες»; Πόσο μάλλον, όταν σήμερα οι 8 στις 10 ελληνικές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι αμφιβάλλουν αν θα συνεχίσουν να λειτουργούν το επόμενο εξάμηνο;
Μήπως οι συντάκτες του σχεδίου νόμου σε απώτερο χρόνο προσβλέπουν σε κανονικά δίδακτρα εις βάρος των οικογενειών των φοιτητών και φοιτητριών ακόμη και σε προπτυχιακό επίπεδο, εν αντιθέσει προς την επιταγή του Συντάγματος για δωρεάν ανώτατη παιδεία (άρθ. 16§4); Πράγματι το νομοσχέδιο εξαγγέλλει ότι μέσα σε τρία χρόνια από την έναρξη ισχύος του νόμου θα παύσει εντελώς η δωρεάν διανομή συγγραμμάτων στους φοιτητές (άρθ. 37). Και άλλες διατάξεις του επίσης προοιωνίζονται κάτι τέτοιο.
α) Χρηματοδότηση μειούμενη και υπό όρους που επιβάλλονται μονομερώς
Με πρόσχημα την οικονομική αυτοτέλεια, όχι μόνον ελαττώνεται δραματικά η κρατική χρηματοδότηση των ΑΕΙ, αλλά κι εξαρτάται από όρους που ετερόνομα επιβάλλει η εκάστοτε κυβέρνηση ως το ισχυρότερο αντισυμβαλλόμενο μέρος, με τις λεγόμενες «προγραμματικές συμφωνίες» ΑΕΙ και Πολιτείας. Υποτίθεται ότι τέτοιες συμφωνίες θα είναι «αμοιβαία δεσμευτικές». Ποια εμπιστοσύνη όμως εμπνέουν οι κυβερνώντες ότι θα τηρήσουν τα υπεσχημένα, ιδίως σε συνθήκες ολοένα πιο πενιχρής χρηματοδότησης των ΑΕΙ εξ αιτίας της εξυπηρέτησης των υπέρογκων δημόσιων χρεών της χώρας;
Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμη ότι το ύψος των μισθών του καθηγητικού προσωπικού των Ιδρυμάτων θα καθορίζεται από την Πολιτεία ως προς κάποια ελάχιστα όρια. Υποτίθεται ότι καθένα Ίδρυμα χωριστά θα μπορεί να χορηγεί και επιπρόσθετες μισθολογικές παροχές ως «κίνητρο» για μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Αλλά ποια ελληνικά ΑΕΙ θα έχουν την πραγματική οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοιο, με προδιαγραμμένη στο μέλλον την οικονομική ασφυξία τους, αυτό αφήνεται αναπάντητο. Εάν έτσι έχει το πράγμα, τότε το νομοσχέδιο αυθαίρετα απαγορεύει στους καθηγητές να λαμβάνουν, ενόσω υπηρετούν, σύνταξη από άλλη πηγή (άρθ. 22). Η απαγόρευση αυτή είναι επίσης αντισυνταγματική, εφόσον θίγει γεννημένα περιουσιακά δικαιώματα των καθηγητών. Συγχρόνως, ειδικά για καθηγητές πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης γίνεται άκρως περιοριστική αναφορά των θεμιτών πόρων τους. Έτσι, π.χ. καθηγητές Νομικής δεν θα επιτρέπεται να λαμβάνουν ούτε καν τη μικρή αμοιβή από διδασκαλία κάποιων ωρών στην Εθνική Σχολή Δικαστών.
Η χρηματοδότηση των ανωτάτων ιδρυμάτων γίνεται αντιληπτή από το σχέδιο νόμου όχι ως συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας προς όλα τα ΑΕΙ, ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες τους, αλλά ως «επιβράβευση» μερικών από αυτά για τα επιτεύγματά τους με συγκεκριμένο τρόπο (άρθ. 61). Κατά μία αντίληψη μεταβλητής γεωμετρίας. Αλλά η αντίληψη αυτή μαρτυρεί καταφανώς μία στάση κοινωνικού δαρβινισμού: ας επιβιώσουν λίγα από τα υπάρχοντα ΑΕΙ, τα υπόλοιπα δεν πειράζει κι αν φυτοζωούν ή να κλείσουν.
β) Παροχές προς τους φοιτητές
Παροχές για σίτιση και στέγαση θα γίνονται αποκλειστικά από τα ίδια τα Ιδρύματα, με σχήματα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Προβλέπονται επίσης φοιτητικές υποτροφίες και δάνεια, σε συνεννόηση με τον τραπεζιτικό τομέα για τη διευκόλυνση των ελληνικών οικογενειών (άρθ. 52). Εδώ η κοινωνική πολιτική του ελληνικού «κοινωνικού κράτους» εξαερώνεται και το κενό αναλαμβάνει να καλύψει ο τραπεζιτικός τομέας της οικονομίας, επί πληρωμή φυσικά και εντόκως!
Εύλογα μπορεί να υποθέσει ο καθείς ότι αυτά πρόκειται να ψαλιδίσουν ακόμη περισσότερο τη δωρεάν δημόσια παιδεία, μετακυλίοντας μεγάλα κόστη στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, τα οποία ήδη δοκιμάζονται αγρίως από αλλεπάλληλες περικοπές μισθών/συντάξεων και βαρύτατη φορολόγηση. Πώς θα μπορέσουν όμως οι νέοι πτυχιούχοι να εξοφλήσουν το περιβόητο τραπεζιτικό δάνειο σπουδών, όταν η ανεργία στις τάξεις τους έχει ξεπεράσει το 50%; Η αρνητική βρετανική εμπειρία από τέτοιον πειραματισμό θα έπρεπε να είναι αρκούντως διδακτική.
Εν συμπεράσματι
Το κρινόμενο νομοσχέδιο παρουσιάζει τη χώρα μας ως πανεπιστημιακά υπανάπτυκτη, προσβάλλοντας βαθύτατα το κύρος των πανεπιστημιακών δασκάλων και όσων έχουν αποφοιτήσει από τα ΑΕΙ της. Διακηρυκτικά ομνύει στην «κοινωνία της γνώσης», ενώ στην πραγματικότητα θέτει βάσεις για γενικευμένη ημιμάθεια στην ανώτατη παιδεία. Καμία επιστήμη δεν εκμαθαίνεται με fast truck σπουδές σε μόλις δύο έτη. Ακαδημαϊκή παράδοση δύο αιώνων διαγράφεται συνάμα με μονοκονδυλιά. Φοβούμαστε ότι πρόθεση των κυβερνώντων είναι να σαρωθεί, όχι να βελτιωθεί το υπάρχον σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας. Έτσι ώστε να φτιαχτεί εξ υπαρχής αλλιώτικο, κατά μηχανική απομίμηση ενός προτύπου συγκρότησης «Πανεπιστημίου» ως ιδιωτικής επιχείρησης, με διευθυντικό προνόμιο του εργοδότη, ακόμη και για αυθαίρετη απόλυση καθηγητών. Η «λογοδοσία» και η «εξωστρέφεια» που επιζητείται φορτικά από τα ΑΕΙ καταντά λόγος κενός. Το ζητούμενό τους είναι κατά βάση οικονομικό, ούτε μορφωτικό ούτε κοινωνικής προόδου.
Από τη μία μεριά καταγγέλλεται ο κρατικός εναγκαλισμός των ΑΕΙ, ενώ από την άλλη, με επίταση του κρατικού καταναγκασμού, επιζητείται η μετατροπή τους από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση σε συγκεχυμένα εταιρικά σχήματα. Εκφράζουμε τον φόβο ότι οικονομική κρίση διαρκείας και αποπνικτική δημοσιονομική πειθαρχία θα αποτελειώσουν εν καιρώ το δημόσιο αγαθό της δωρεάν ανώτατης παιδείας, ώστε το εναπομένον κενό να καλυφθεί εξ ολοκλήρου πια από ιδιωτικές εταιρίες παροχής αμφίβολων εκπαιδευτικών υπηρεσιών επί πληρωμή.
Για τους λόγους αυτούς τα συγκλητικά ψηφίσματα των Πανεπιστημίων μας έχουν κρίνει ότι ήδη το «κείμενο διαβούλευσης» –και σήμερα το ομόρροπο νομοσχέδιο– υπήρξε τόσο επιβλαβές στις γενικές κατευθύνσεις του και τόσο άκαμπτο στους άξονές του, ώστε καθίσταται ανεπίδεκτο βελτίωσης και ως εκ τούτου απορριπτέο.

Αξιότιμοι Κύριοι και Κυρίες Βουλευτές,
Είναι φανερό ότι οι θέσεις που υπερασπιζόμαστε νοιάζονται για άξια λόγου, όχι προσχηματική, δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση. Ως γενικεύσιμο συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας, σε συμφωνία με το ισχύον Σύνταγμα της χώρας, αλλά και με τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από το άρθ. 26 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς κι από σειρά διεθνών συμβάσεων για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, οι οποίες έχουν συνταχθεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Αυτό το τελευταίο, άλλωστε, πιστοποιείται και στην πολύ πρόσφατη τοποθέτηση του ειδικού ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ, που επισκέφθηκε πρόσφατα τη χώρα μας, ότι υπό συνθήκες βάναυσης οικονομικής αναδιάρθρωσης κινδυνεύουν σχεδόν όλα τα ατομικά, τα πολιτικά, τα κοινωνικά, αλλά και τα μορφωτικά δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών. Επομένως μόνο κακόπιστοι ή ιδιοτελείς θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι όλα αυτά αποτελούν τάχα «συντεχνιακά συμφέροντα» κάποιων βολεμένων δημόσιων λειτουργών ή θέσεις παρωχημένες για τη «νέα εποχή».
Όλοι διαισθανόμαστε το ιλιγγιώδες μέγεθος της κρίσης που πλήττει την εθνική οικονομία, με αβέβαιη έκβαση προσεχώς και για κάμποσα χρόνια. Ας μην επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο η ζοφερή αυτή πραγματικότητα με μία κατεδαφιστική νομοθετική παρέμβαση, με προοπτική ολέθρια για την ανώτατη παιδεία της ελληνικής κοινωνίας. Απευθύνουμε γι’ αυτό αγωνιώδη έκκληση προς Εσάς, ώστε να μη συνδράμετε σε αντισυνταγματική διάλυση της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας, σε ξεθεμελίωμά της θεσμικό, μορφωτικό και οικονομικό.
Ο ελληνικός λαός έχει εμπιστευθεί σε πολιτικούς αντιπρόσωπους του, κατά την ενάσκηση της νομοθετικής εξουσίας, να διαγιγνώσκουν και να προάγουν το κοινό καλό ως γενικεύσιμο συμφέρον της κοινωνίας, σε πλαίσιο «κοινωνικού κράτους δικαίου» (άρθ. 25§1). Τέτοιο αγαθό και συνάμα δικαίωμα είναι επίσης αυτό της μόρφωσης και της εκπαίδευσης. Αλλά τι είδους «κοινωνικό κράτος» μπορεί να υπάρξει, όταν τα δημόσια αγαθά σ’ αυτό είτε εκποιούνται αμετάκλητα είτε καθίστανται επί πληρωμή, δηλαδή εμπορεύσιμα πράγματα; Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθ. 25§2 του Συντάγματος, δέον η αναγνώριση και η προστασία του θεμελιώδους και απαράγραπτου δικαιώματος στη μόρφωση από την ελληνική Πολιτεία να «αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη».
Θα παράσχετε αληθινά υψηλή υπηρεσία απέναντι στον ελληνικό λαό που πολιτικά αντιπροσωπεύεται μέσω Υμών, εφόσον σταθείτε στο ύψος του ανωτέρω καθήκοντος. Ειλικρινώς προσβλέπουμε σε τούτο, από κοινού με τους γονείς των φοιτητών και των φοιτητριών μας, στο παρόν και στο μέλλον, για το κοινό καλό.

4 Ιουλίου 2011

Κείμενο για την ενίσχυση της βασικής έρευνας που υπογράφουν οι Πρυτάνεις των Πανεπιστημίων της ‘LERU’ (League of Eropean Research Universities), απευθυνόμενοι προς τους Προέδρους και Πρωθυπουργούς των χωρών της ΕΕ ενόψει της Συνόδου της 4ης Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες. Πέμπτη, Φεβ 10 2011 

LERU Office
Schapenstraat 34
3000 Leuven, Belgium
www.leru.org / info@leru.org

Getting to grips with the competitive challenge

The League of European Research Universities (LERU) argues for a long term and substantial investment in basic research.
The European research base has some of the highest levels of productivity and excellence in the world, but it is concentrated in those areas where it has been sustained by long-term national and European investment, coupled to positive interactions with industry.
Public investment in research is essential. It has a demonstrably powerful social impact, from advances in medical diagnostics and therapeutics that improve health and the quality of life, to innovation and the development of new technologies essential to Europe’s future competitiveness.
Research is quite simply the foundation for Europe’s future competitiveness. In this, the role of universities and associated research institutes is fundamental. Their focus on basic science lays the foundation for discovery and innovation, and their laboratories develop the human capital that businesses need for success.
Innovation is a complex process, not a linear progression of basic science into new products. It is rare that the new knowledge created by scientific breakthrough has immediate practical implications. Often it is accidental.
In 1975 two scientists at Cambridge University, Milstein and Kohler, isolated and reproduced the monoclonal antibodies that defend bodies against foreign invaders. Now, monoclonal antibodies account for a third of all new pharmaceutical treatments, and the market for monoclonal antibody drugs is nowadays worth an estimated US$32 billion.
The process of ‘discovering’ recombinant DNA started literally with an accident, namely a broken test tube in the 1960s. When borrowing a culture from another bacterial strain from a colleague the researcher discovered that these bacteria were immune to the virus he was trying to infect them with. Based on this phenomenon Arber, a young scientist from the University of Geneva, was able to identify an enzyme which specifically cuts viral DNA in pieces. For this he and his colleagues received the Nobel Prize for Physiology or Medicine in 1978. This tool revolutionized the possibilities to study biology at the molecular levels and has resulted in a technology of which the current economic impact is enormous.
Frontier research requires patience, persistence and investment. Europe’s research-intensive universities have the unique capacity to bring together the three elements that are essential to ensuring Europe’s long-term competitiveness and welfare: higher education, research and innovation. But the world is not waiting for us. For example, China’s investment in science and technology through its universities and specialist institutes is already soaring ahead.
The Rectors of the League of European Research Universities trust that the Heads of State and Government of the EU are aware of the importance of long term and substantial investment in basic research for Europe’s competitiveness and society in general. They count on the European Council, meeting on the 4th of February in Brussels, to take this into account when discussing the European Commission’s Communication on the Innovation Union. This Communication will be the basis for the future EU research and innovation policy. It should be clear for the EU and the member states that basic research, focussing on excellence, needs continued and increased support!
Universiteit van Amsterdam • Universitat de Barcelona • University of Cambridge • University of Edinburgh • Albert-Lu dwigs- Universität Freiburg • Université de Genève • Ruprecht-Karls-Universität Heidelberg • Helsingin yliopisto (University of Helsinki) Universiteit Leiden • Katholieke Universiteit Leuven • Imperial College London • University College London • Lun ds universitet Università degli Stu di di Milano • Lu dwig-Maximilians-Universität München • University of Oxford • Université Pierre et Marie Curie, Paris • Université Paris-Su d 11 • Karolinska Institutet, Stockholm • Université de Strasbourg • Universiteit Utrecht • Universität Zurich

Page 2 / 2

The Rectors of the League of European Research Universities:
Dymph van den Boom (Universiteit van Amsterdam), Didac Ramirez i Sarrio (Universitat de Barcelona), Leszek Borysiewicz (University of Cambridge), Timothy O’Shea (University of Edinburgh), Hans-Jochen Schiewer (Albert-Ludwigs-Universitat Freiburg), Jean-Dominique Vassalli (Universite de Geneve), Bernhard Eitel (Ruprecht-Karls-Universitat Heidelberg), Thomas Wilhelmsson (University of Helsinki), Paul F. van der Heij den (Universiteit Leiden), Mark Waer (Katholieke Universiteit Leuven), Keith O’Nions (Imperial College London), Malcolm Grant (University College London), Per Eriksson (Lun ds universitet), Enrico Decleva (Universite degli Stu di di Milano), Bernd Huber (Ludwig-Maximilians-Universitat Munchen), Andrew Hamilton (University of Oxford), Jean-Charles Pomerol (Universite Pierre et Marie Curie), Guy Couarraze (Universite Paris-Su d), Harriet Wallberg-Henriksson (Karolinska Institutet), Alain Beretz (Universite de Strasbourg), Hans Stoof (Universiteit Utrecht), Andreas Fischer (Universitat Zurich)
END
About LERU
The League of European Research Universities (LERU) is as an association of 22 leading research-intensive universities that share the values of high-quality teaching within an environment of internationally competitive research. Founded in 2002, LERU advocates education through an awareness of the frontiers of human understanding; the creation of new knowledge through basic research, which is the ultimate source of innovation in society; and the promotion of research across a broad front in partnership with industry and society at large.
This statement and all other LERU papers are freely available online at http://www.leru.org
For questions about the statement or about LERU or to arrange an interview with a LERU representative in your country, contact Dr. Katrien Maes, Chief Policy Officer, tel BE +32 16 32 09 04, katrien.maes@leru.org.

Σκέψεις για την πολιτική νομιμοποίηση των θεσμών διοίκησης των ΑΕΙ, του Ανδρέα Μοσχονά, πρ. Καθηγητή Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Τρίτη, Ιαν 25 2011 

Ο δημόσιος διάλογος για τη μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των ΑΕΙ, που γίνεται με αφορμή τις σχετικές προτάσεις της πολιτείας, δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη δυνατότητα υλοποίησης ουσιαστικών μέτρων για την αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης στην πατρίδα μας. Ο λόγος είναι ότι οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας, με τον τρόπο που αυτές ερμηνεύθηκαν, έχουν οδηγήσει στην αντί-συσπείρωση ετερόκλητων δυνάμεων στον χώρο της εκπαιδευτικής κοινότητας, καθιστώντας έτσι δύσκολες αν όχι αδύνατες τις αναγκαίες αναλύσεις και συνθέσεις. Η αμφισβήτηση των λύσεων που προτείνονται από το Υπουργείο για τη μεταρρύθμιση των κεντρικών θεσμών διοίκησης των ΑΕΙ βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντί-συσπείρωσης. Εντελώς σχηματικά θα έλεγα ότι αυτό που αμφισβητείται είναι η συνταγματικότητα, η δημοκρατικότητα και η αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων θεσμών διοίκησης. Πού είναι η αλήθεια και πού η παρερμηνεία; Σε ότι ακολουθεί, αυτό θα προσπαθήσω να φωτίσω, επικεντρώνοντας στο θέμα της πολιτικής νομιμοποίησης των θεσμών διοίκησης των ΑΕΙ.
Σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τα ΑΕΙ αποτελούν μεν ‘νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση’, αλλά ‘τελούν υπό την εποπτεία του κράτους’ και ‘λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους’. Εάν αυτό ερμηνευθεί από την σκοπιά της πολιτικής κοινωνιολογίας, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι η λειτουργία των ΑΕΙ υπόκειται σε μια διττή πολιτική νομιμοποίηση: (α) την εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση (‘αυτοδιοίκηση’), και (β) την εξωτερική πολιτική νομιμοποίηση (‘κρατική εποπτεία’).
(Α) Σύμφωνα με τις ισχύουσες θεσμικές διατάξεις (ν.1268/82 και επόμενα), η εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση ενσωματώνεται στη δομή και λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών των ΑΕΙ, που είναι: η Γ.Σ. Τμήματος, η Γ.Σ. Σχολής, η Σύγκλητος, και το Πρυτανικό Συμβούλιο ως κεντρικός θεσμός διοίκησης και εποπτείας. Οι θεσμοί αυτοί είναι δυνατόν να θεωρηθούν γνήσια αντιπροσωπευτικοί μόνον στο βαθμό που συμμετέχουν σε αυτούς οι τρεις κοινωνικές συνιστώσες των ΑΕΙ, που είναι: οι διδάσκοντες, οι φοιτητές και το διοικητικό/ τεχνικό προσωπικό, σε έκταση και με τρόπο που ορίζει η εποπτεύουσα αρχή (‘κράτος’) ή κατ’ εξουσιοδότησή της η κεντρική διοίκηση των ΑΕΙ. Στο πλαίσιο αυτό, και υπό τον όρο βεβαίως ότι δεν θίγεται η προαναφερθείσα αρχή της κοινωνικής αντιπροσώπευσης, συνάγεται ότι η σύνθεση και οι αρμοδιότητες των αντιπροσωπευτικών θεσμών διοίκησης των ΑΕΙ είναι δυνατόν να αλλάξουν, εάν συντρέχουν λόγοι εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών αυτών. Αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα, που άπτεται της δημοκρατικής και αποδοτικής λειτουργίας των ΑΕΙ, παραμένει αναπάντητο από τα μέλη της συντεταγμένης εκπαιδευτικής κοινότητας, ενώ είναι κοινός πλέον τόπος ότι τα ελληνικά ΑΕΙ νοσούν διοικητικά. Αρκούν μερικά παραδείγματα για να φωτίσουν τον συλλογισμό:
Πρώτο: η Σύγκλητος αποτελεί σήμερα το κεντρικό όργανο διοίκησης των ΑΕΙ και έχει ως κύρια αποστολή τη χάραξη της εκπαιδευτικής και αναπτυξιακής στρατηγικής του ιδρύματος. Στην πράξη, όμως, και όταν βεβαίως της επιτρέπεται να λειτουργεί λόγω συχνών καταλήψεων, έχει μετατραπεί σε έναν γραφειοκρατικό θεσμό που κατατρίβεται σε υποθέσεις καθημερινότητας, για τις οποίες αρμοδιότητα θα έπρεπε να έχουν άλλα όργανα του πανεπιστημίου, προς τα κάτω: οι υπηρεσίες διοίκησης και προς τα πάνω: το Πρυτανικό. Η απελευθέρωση της Συγκλήτου από αυτόν τον ασφυκτικό κλοιό και η αναβάθμιση της λειτουργίας της απαιτεί διοικητική μεταρρύθμιση, για την οποία η συντεταγμένη εκπαιδευτική κοινότητα σιωπά, υποδηλώνοντας την άρνησή της. Από την άλλη, το Πρυτανικό Συμβούλιο βρίσκεται στην πράξη εγκλωβισμένο στο γραφειοκρατικό πλέγμα εξουσίας της Συγκλήτου, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί στο θεσμικό του ρόλο και να λειτουργήσει ως ένα σύγχρονο Συμβούλιο Διοίκησης του πανεπιστημίου.
Αυτό που απαιτείται είναι η επανεξέταση της σύνθεσης και των αρμοδιοτήτων και των δύο αυτών οργάνων, της Συγκλήτου και του Πρυτανικού, καθώς και η μεταξύ τους διαλεκτική σχέση, που θα στηρίζεται, αφενός, στο διακριτό ρόλο τους (‘αποκλειστικές αρμοδιότητες’) και, αφετέρου, στη συνέργια τους (‘συντρέχουσες αρμοδιότητες’). Για τα θέματα αυτά, όμως, η συντεταγμένη εκπαιδευτική κοινότητα σιωπά, ρέποντας συχνά στην άρνηση και στον φορμαλισμό.
Δεύτερο: από τις βασικές λειτουργίες των οργάνων διοίκησης των ΑΕΙ είναι ο εσωτερικός έλεγχος νομιμότητας των πράξεων και ο οικονομικός προγραμματισμός. Στην πράξη σήμερα, ο εσωτερικός έλεγχος νομιμότητας ασκείται από τον Πρύτανη χωρίς την ουσιαστική συνδρομή θεσμοθετημένου οργάνου γνωμοδότησης με σαφείς κανόνες λειτουργίας, με αποτέλεσμα ο εκάστοτε Πρύτανης να αποφαίνεται συχνά κατά βούληση και κατά περίπτωση ανάλογα με τις ανάγκες της συγκυρίας.
Από την άλλη, ο οικονομικός προγραμματισμός επικυρώνεται μεν από την Σύγκλητο αλλά ασκείται ουσιαστικά από τον Αντιπρύτανη οικονομικών υποθέσεων, σε συνεργασία με τις οικονομικές υπηρεσίες, κατά τρόπο συχνά ευκαιριακό και ερασιτεχνικό, αφού δεν λειτουργούν εξειδικευμένα όργανα οικονομικού προγραμματισμού και ανάπτυξης με σαφείς κανόνες αντιπροσωπευτικής σύνθεσης (κατά το πρότυπο ίσως της Επιτροπής Ερευνών) και αποδοτικής λειτουργίας.
Για τα θέματα αυτά, όπως και σε άλλα, η συντεταγμένη εκπαιδευτική κοινότητα σχεδόν σιωπά, προτάσσοντας συχνά την άρνησή της σε κάθε σκέψη διοικητικής μεταρρύθμισης, μέσα από βερμπαλισμούς για την αποτροπή της δήθεν ‘επέλασης’ των managers.
Τρίτο: η Γ.Σ. Σχολής είναι ένα πολυμελές όργανο χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες, με αποτέλεσμα να είναι ουσιαστικά περιορισμένη έως ανύπαρκτη σήμερα η εκπαιδευτική και διοικητική λειτουργία της Σχολής. Εάν κριθεί ότι η οργανωτική δομή των ΑΕΙ πρέπει να στηρίζεται και σε Σχολές, κυρίως για εκπαιδευτικούς λόγους, τότε θα πρέπει να αναζητηθούν λύσεις διοικητικής μεταρρύθμισης που θα καθιστούν τις Σχολές θεσμούς αντάξιους της εκπαιδευτικής αποστολής τους. Σε αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα, για το παρόν και κυρίως το μέλλον των ΑΕΙ, η συντεταγμένη εκπαιδευτική κοινότητα σιωπά, διολισθαίνοντας συχνά σε αρνήσεις.
Τέταρτο: η Γ.Σ. Τμήματος είναι όργανο με ουσιαστικές αρμοδιότητες που στηρίζονται στην έννοια της αυτονομίας σε σχέση με άλλα όργανα του πανεπιστημίου. Στην πράξη, όμως, ο άκριτος φετιχισμός της ‘αυτονομίας’ έχει οδηγήσει στη διοικητική και εκπαιδευτική περιχαράκωση του Τμήματος, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία. Δεν είναι τυχαίο ότι, στο πλαίσιο της εσωστρέφειας του Τμήματος με βάση την αντίληψη της διοικητικής και εκπαιδευτικής ολότητάς του, οι εκπαιδευτικές επιλογές των φοιτητών είναι ασφυκτικά περιορισμένες αν όχι αδύνατες. Αποτέλεσμα αυτού είναι να εμποδίζεται ουσιαστικά ο εμπλουτισμός και η σύνθεση γνωστικών αντικειμένων, καθώς και η υπό προϋποθέσεις αλλαγή γνωστικού αντικειμένου, μέσα από τη δια-τμηματική κινητικότητα των φοιτητών, κατά τη διεθνή ακαδημαϊκή πρακτική.
Στα Τμήματα των ελληνικών ΑΕΙ φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή η γνωστή (από τον ελληνικό κινηματογράφο) φαλλοκρατική αντίληψη του πατέρα ο οποίος λέει επιτακτικά στην κόρη του το γνωστό: ‘εγώ το σκέφτηκα και το αποφάσισα και θα παντρευτείς αυτόν που εγώ θέλω’. Έτσι και οι φοιτητές στα ελληνικά ΑΕΙ είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν το πρόγραμμα σπουδών που, πριν ή πάνω από αυτούς, ‘σκέφτηκαν’ και ‘αποφάσισαν’ οι διδάσκοντές τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση του Υπουργείου για τη διοικητική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των Τμημάτων κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά η ανεξήγητη υπερβολή για την αντικατάσταση των Τμημάτων από εκπαιδευτικά προγράμματα (με συνακόλουθο την εισαγωγή των φοιτητών σε Σχολές) οδήγησε στην αντί-συσπείρωση της άρνησης, με ισχυρά μάλιστα ακαδημαϊκά επιχειρήματα.
Πέμπτο: η θεσμική συμμετοχή των φοιτητών στα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ στηρίζεται στην αρχή της παραταξιακής οργάνωσης και εκπροσώπησης, σύμφωνα μάλιστα με τη λογική της απλής αναλογικής. Παρόλο που το σύστημα αυτό εκπροσώπησης των φοιτητών είχε από την αρχή δημοκρατικές στοχεύσεις, στην πράξη έχει δυστυχώς συμβάλει στην υπονόμευση της δημοκρατικής και ακαδημαϊκής λειτουργίας των πανεπιστημίων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα εκπροσώπησης, αφενός, συνέτεινε στον κατακερματισμό του φοιτητικού κινήματος με έντονα τα στοιχεία του ένδο-φοιτητικού ανταγωνισμού χωρίς πολλές φορές όρια και αρχές και, αφετέρου, επέτρεψε την εγκατάσταση των φοιτητικών παρατάξεων (και κατ’ επέκταση των αντίστοιχων πολιτικών παρατάξεων και κομμάτων, κοινοβουλευτικών και έξω-κοινοβουλευτικών) στα όργανα διοίκησης των πανεπιστημίων, με αποτέλεσμα ο διάλογος στα όργανα αυτά να επικαθορίζεται συνήθως από τις κομματικές και πολιτικές στοχεύσεις της συγκυρίας.
Στο πρόβλημα αυτό, οι προτάσεις του Υπουργείου διολισθαίνουν δυστυχώς στην αποσιώπηση και στη μετάθεσή του στις επερχόμενες νέες διοικήσεις των ΑΕΙ (με προφανές άλλοθι τον δήθεν ‘σεβασμό’ της ‘αυτοδιοίκησης’ των πανεπιστημίων), υποδηλώνοντας έτσι την έλλειψη πολιτικής βούλησης στην ανάληψη πολιτικών ευθυνών στο όνομα της όποιας πολιτικής σκοπιμότητας για την αποφυγή ‘πολιτικού κόστους’, γνωρίζοντας μάλιστα ότι οι όποιες διοικήσεις των πανεπιστημίων αδυνατούν να δώσουν λύση σε ένα πρόβλημα που εκπορεύεται ουσιαστικά από την κεντρική πολιτική σκηνή.
Σε αγαστή σύμπνοια με την πολιτική ‘αποσιώπησης’ του Υπουργείου, τα μέλη της συντεταγμένης εκπαιδευτικής κοινότητας τείνουν να σιωπούν, όντας ενταγμένα σε ένα πλέγμα πελατειακών σχέσεων, το οποίο συχνά αναζητεί νομιμοποίηση στο όνομα της ‘δημοκρατικής λειτουργίας’ του πανεπιστημίου, ταυτίζοντας έτσι τη ‘δημοκρατία’ με την ‘πολιτική υστεροβουλία’.
Δεδομένου ότι το πρόβλημα της φοιτητικής εκπροσώπησης και συμμετοχής δεν είναι ποσοτικό αλλά κυρίως ποιοτικό, μιας και οφείλεται ουσιαστικά στην παραταξιακή διάρθρωση και λειτουργία και στην κομματικοποίηση, η βέλτιστη λύση θα ήταν η οργάνωση της εκπροσώπησης με βάση την ενιαία λίστα και, συνακόλουθα, η επιλογή των εκπροσώπων σύμφωνα με τη σειρά επιτυχίας κατά την εκλογική διαδικασία από το σύνολο των φοιτητών .
Έκτο: η παραταξιακή λογική διαπερνά επίσης το ισχύον σύστημα εκπροσώπησης και συμμετοχής των διδασκόντων στα όργανα διοίκησης των πανεπιστημίων, ειδικότερα σε ότι αφορά στην εκλογή Προέδρου Τμήματος, Κοσμήτορα Σχολής και Πρυτανικής αρχής. Αποτελεί κανόνα πλέον στα ελληνικά πανεπιστήμια το γεγονός ότι η εκλογή των οργάνων αυτών καθίσταται δύσκολη αν όχι αδύνατη χωρίς την συγκρότηση παραταξιακών συμμαχιών, στις οποίες συμμαχίες περιλαμβάνεται αναγκαστικά τουλάχιστον μία από τις μεγάλες φοιτητικές παρατάξεις, που είναι ουσιαστικά κομματικές παρατάξεις. Έτσι, σε έναν χώρο εξ’ ορισμού εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης όπου η ανάληψη καθηκόντων διοίκησης οφείλει να υπηρετεί τις αρχές της ανιδιοτελούς προσφοράς, έχει στην πράξη καλλιεργηθεί ένα σύστημα μικροπολιτικής για την εξυπηρέτηση συνήθως συντεχνιακών συμφερόντων ή και προσωπικών στρατηγικών, εντός ή και πέραν του πανεπιστημίου.
Στο πρόβλημα αυτό, οι προτάσεις του Υπουργείου προσπερνούν την εκλογή Προέδρου Τμήματος και Κοσμήτορα Σχολής και επικεντρώνονται στον τρόπο ανάδειξης της Πρυτανικής Αρχής, προτείνοντας την επιλογή Πρύτανη μέσα από ανοιχτή προκήρυξη με βάση τις δεξιότητες και τα προσόντα. Αυτό βεβαίως υπονοεί ότι, επειδή το ισχύον σύστημα της δημοκρατικής εκλογής Πρυτανικών Αρχών εκ των κάτω δεν οδηγεί στην επιλογή αρίστων και ικανών, θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύστημα επιλογής εκ των άνω, συρρικνώνοντας ή και εξαλείφοντας τελείως τη δημοκρατική λειτουργία.
Με δεδομένο ότι η εξίσωση της ‘δημοκρατικής λειτουργίας’ με την ‘αναξιοκρατική επιλογή’ είναι πασιφανώς εμπειρικά ατεκμηρίωτη, συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη πρόταση του Υπουργείου αναζητεί θεωρητική νομιμοποίηση στην κλασική φιλοσοφική παράδοση που έχει τις ρίζες της στην Πολιτεία του Πλάτωνα και πρεσβεύει ότι μόνο οι επαϊοντες μπορούν να έχουν ορθή άποψη. Αυτή είναι μια άκρως αντιδημοκρατική αντίληψη που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παράδοση του διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης, στην οποία και στηρίχθηκε η αρχή της δημοκρατικής εκπροσώπησης και επιλογής.
Αυτό το έκδηλα κατά τη γνώμη μου δημοκρατικό ολίσθημα, που εμπεριέχεται στις προτάσεις του Υπουργείου, αποτέλεσε το κύριο όχημα για την συγκρότηση της αντί-συσπείρωσης ετερόκλητων δυνάμεων μέσα στο πανεπιστήμιο που, μπροστά στην αβεβαιότητα της αλλαγής και την απώλεια των κεκτημένων, φαίνεται να προκρίνουν την στασιμότητα, με όλο το ρίσκο της αποτελμάτωσης.
Έβδομο: ο σεβασμός της δημοκρατικής αρχής κατά την εκλογή πανεπιστημιακών αρχών διοίκησης επιβάλλει τον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών της εκλογής μόνον με όρους δημοκρατικής συνάφειας. Έτσι, αν όντως δεχθούμε ότι το ‘πρόβλημα’ δεν είναι η δημοκρατική αντιπροσώπευση αυτή καθεαυτή, αλλά οι ισχύουσες διαδικασίες της αντιπροσώπευσης, όπως αυτές επικαθορίζονται από την παραταξιακή λογική και την κομματικοποίηση, τότε οι θεσμικές παρεμβάσεις θα πρέπει να στοχεύουν στην μεταρρύθμιση των διαδικασιών, χωρίς να αναιρούν την ίδια την ουσία της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Στο πλαίσιο αυτό, αναγκαία στοιχεία μιας ουσιαστικής και δημοκρατικής διοικητικής μεταρρύθμισης θα μπορούσε να θεωρηθούν τα εξής:
(i) η θεσμοθέτηση του ασυμβίβαστου στην ταυτόχρονη κατοχή αιρετής θέσης στους θεσμούς διοίκησης των πανεπιστημίων και σε πολιτικά κόμματα.
(ii) η εκλογή αιρετών οργάνων διοίκησης των πανεπιστημίων με ενιαία λίστα υποψηφίων και με επιλογή σύμφωνα με τη σειρά κατάταξης κατά την εκλογή που γίνεται από το σύνολο μόνον των μελών ΔΕΠ του αντίστοιχου οργάνου, ως ακολούθως: για το Τμήμα: Πρόεδρος και Αναπληρωτής Πρόεδρος, για τη Σχολή: Κοσμήτορας και Αναπληρωτής Κοσμήτορας , για την Πρυτανική Αρχή: Πρύτανης και Αντιπρύτανης ‘Ακαδημαϊκών Υποθέσεων και Επιστημονικής Έρευνας’ , και για το Συμβούλιο Διοίκησης: Πρόεδρος, 1ος Αντιπρόεδρος ‘Διαχείρισης Ανθρωπίνου Κεφαλαίου’, 2ος Αντιπρόεδρος ‘Οικονομικού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης’, 3ος Αντιπρόεδρος ‘Τεχνικής Υποστήριξης και Δικτύων Επικοινωνίας’, και 4ος Αντιπρόεδρος ‘Φοιτητικής Μέριμνας’.
(iii) η μετεξέλιξη του Πρυτανικού Συμβουλίου σε 15μελές Συμβούλιο Διοίκησης, ως ακολούθως: πέντε (5) μέλη εκλέγονται από τα μέλη της Συγκλήτου και από την ίδια την Σύγκλητο (εκ των οποίων: 3 μέλη ΔΕΠ, 1 μέλος εκ των φοιτητών και 1 μέλος εκ του διοικητικού προσωπικού), και δέκα (10) μέλη προτείνονται από τη Σύγκλητο (και αφορούν: 5 μέλη ΔΕΠ του πανεπιστημίου που δεν είναι μέλη της Συγκλήτου , και 5 μέλη εκτός πανεπιστημίου ) και εκλέγονται σε ειδική ενιαία λίστα ταυτόχρονα με την εκλογή της Πρυτανικής Αρχής και από το ίδιο εκλεκτορικό σώμα .
(iv) η οριοθέτηση των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων και των δύο οργάνων (της Συγκλήτου και του Συμβουλίου Διοίκησης) και η θεσμοθέτηση κανόνων συνεργασίας και συν-απόφασης για τις συντρέχουσες αρμοδιότητες, προκειμένου να αποφευχθεί ο θεσμικός δυϊσμός και η διοικητική αντιπαλότητα .

(Β) Η εξωτερική πολιτική νομιμοποίηση σχετίζεται άμεσα με τον δημόσιο χαρακτήρα των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης και εδράζεται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοδιοίκηση των δημοσίων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης είναι σχετική, και εκτείνεται στο βαθμό που ορίζουν οι ελάχιστοι αλλά αναγκαίοι όροι για τη διασφάλιση της θεσμικά κατοχυρωμένης εξωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης της λειτουργίας των θεσμών των ιδρυμάτων αυτών. Στην πράξη, η εξωτερική πολιτική νομιμοποίηση παίρνει τη μορφή ενός διπλού ελέγχου, που είναι: ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων των δημοσίων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, και ο έλεγχος αποδοτικότητας των δράσεων των ιδρυμάτων αυτών.
Πρώτο: Σύμφωνα με τις ισχύουσες θεσμικές διατάξεις (ν.1268/82 και επόμενα), ο έλεγχος νομιμότητας από την πολιτεία έχει στην πράξη διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό που να υπονομεύει ουσιαστικά τη αρχή της αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης έτσι που να καθίστανται συχνά τα ιδρύματα αυτά αποκεντρωμένες κρατικές υπηρεσίες.
Στη σημερινή συγκυρία, είναι θετικό το γεγονός ότι το πάγιο αίτημα της συντεταγμένης εκπαιδευτικής κοινότητας υπέρ της αυτοδιοίκησης έχει βρει ανταπόκριση στη εκφρασμένη βούληση της πολιτείας να μεταρρυθμίσει τις σχέσεις κράτους και ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης σε έκταση που να αποκαθίσταται μεν η αυτοδιοίκηση των ιδρυμάτων, αλλά και να προστατεύεται η αρχή της εξωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης. Στον δημόσιο διάλογο για τη μεταρρύθμιση των σχέσεων αυτών, η συντεταγμένη εκπαιδευτική κοινότητα εμφανίζεται να επιθυμεί την αυτοδιοίκηση, και συνακόλουθα την άσκηση από την ίδια του ελέγχου νομιμότητας, ως απόλυτη αρχή, παραβλέποντας το γεγονός ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον αν τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης απολέσουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους.
Με δεδομένο ότι μια τέτοια εξέλιξη ούτε δυνατή νομικά είναι σήμερα (χωρίς αναθεώρηση του συντάγματος) και ούτε επιθυμητή κοινωνικά θα ήταν αύριο, υπό το βάρος των εμποδίων που θα προβληθούν στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση από νέους χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, ζητούμενο είναι η αναζήτηση των ελαχίστων ορίων του ελέγχου νομιμότητας σε συνάφεια προς την αρχή της εξωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης των θεσμών της ανώτατης εκπαίδευσης.
Σε αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα, για το παρόν και κυρίως το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην πατρίδα μας, η συντεταγμένη εκπαιδευτική κοινότητα είτε σιωπά, στο πλαίσιο της αντί-συσπείρωσης της άρνησης, είτε διολισθαίνει σε ιδεολογικά φορτισμένους βερμπαλισμούς. Αυτό που απαιτείται είναι η κατάθεση τεκμηριωμένων προτάσεων ικανών να οδηγήσουν σε συνθέσεις και λύσεις.
Έχω τη γνώμη ότι τα ελάχιστα όρια του συνταγματικά κατοχυρωμένου για την πολιτεία ελέγχου νομιμότητας, στο πλαίσιο της αρχής της εξωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης, καθορίζονται από μια διπλή ανάγκη: αφενός, διαλεύκανσης αμφιβολιών των οργάνων διοίκησης των πανεπιστημίων ως προς την νομιμότητα πράξεών τους και, αφετέρου, αντιμετώπισης καταγγελιών από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας για ενδεχόμενες μη-σύννομες πράξεις των οργάνων διοίκησης των ιδρυμάτων αυτών. Αυτό το έργο μπορεί βεβαίως να ασκηθεί από την ίδια την πολιτεία, αλλά κρίνεται σκόπιμο να ανατεθεί σε ανεξάρτητη αρχή εποπτείας των δημοσίων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Δεύτερο: Σύμφωνα με τις ισχύουσες θεσμικές διατάξεις και την ακαδημαϊκή πρακτική, ο έλεγχος αποδοτικότητας από την πολιτεία των δημοσίων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης έχει δύο αλληλένδετα σκέλη: το σκέλος της δημόσιας χρηματοδότησης, και το σκέλος του παραγόμενου εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου. Αν και, με βάση την συνταγματική επιταγή, η δημόσια χρηματοδότηση αποτελεί δικαίωμα για τα δημόσια ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης και, συνακόλουθα, ύψιστη υποχρέωση για την πολιτεία, το παραγόμενο από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο δεν οριοθετείται απόλυτα στο πλαίσιο της δημόσιας χρηματοδότησης αυτής καθεαυτή, αλλά την υπερβαίνει. Ο λόγος είναι ότι, σύμφωνα με την ελληνική και διεθνή ακαδημαϊκή πρακτική, το ερευνητικό (και σε ορισμένες περιπτώσεις το εκπαιδευτικό) έργο των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης οφείλει να υπερβαίνει τα δημόσια και κυρίως τα εθνικά όρια και να δημιουργεί ακαδημαϊκές συνεργασίες που αποδίδουν και χρηματικές ενισχύσεις. Στις περισσότερες ωστόσο των περιπτώσεων, αυτές οι μη-κρατικές χρηματικές εισροές προϋποθέτουν την εθνική συμμετοχή ως ποσοστό της συνολικής μη-κρατικής χρηματοδότησης.
Με αυτό ως δεδομένο, ζητούμενο είναι σήμερα όχι τόσο το ‘χθες’ αλλά κυρίως το ‘αύριο’ της δημόσιας χρηματοδότησης προς τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ως προς την έκταση και τους όρους της χρηματοδότησης. Η έκταση της χρηματοδότησης οφείλει να καλύπτει τουλάχιστον τις βασικές ανάγκες των ιδρυμάτων αυτών (για υποδομές, εκπαιδευτικά μέσα, προσωπικό, επιστημονική έρευνα και φοιτητική μέριμνα), όπως αυτές προσδιορίζονται ιστορικά ως μια συνισταμένη θέσεων της πολιτείας και των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Αυτή η προγραμματική συμφωνία αποτέλεσε (και ίσως ακόμη αποτελεί) ζητούμενο στην ιστορία των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, στο βωμό προφανώς της πολιτικής σκοπιμότητας, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει ο ερασιτεχνισμός στην ανάπτυξη των ιδρυμάτων και η μικροπολιτική στη λειτουργία τους. Στην πράξη, η φαυλότητα αυτή αποτέλεσε το ισχυρό άλλοθι της εκπαιδευτικής κοινότητας των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης για να αρνηθούν με τη σειρά τους την αξιολόγηση του παραγόμενου εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου, με αποτέλεσμα να καλλιεργηθούν συνθήκες επιβίωσης και διεύρυνσης της αναξιοκρατίας.
Η υπέρβαση αυτού του φαύλου κύκλου μεταξύ ‘ελλιπούς κρατικής χρηματοδότησης’ και ‘ανυπακοής στην αξιολόγηση’ αποτελεί κατά τη γνώμη μου προϋπόθεση για τον ορθολογισμό και την αναβάθμιση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Η πρόσκληση θα πρέπει να απευθυνθεί και προς τις δύο πλευρές: αφενός, προς την πολιτεία να εκπληρώσει την συνταγματική και κοινωνική επιταγή για την προσφορά προς τους νέους ανοιχτής και ποιοτικής ανώτατης εκπαίδευσης και, αφετέρου, προς τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας να ανταποκριθούν στις κοινωνικές επιταγές που εμπεριέχονται στον ρόλο του δημόσιου λειτουργού στον ευαίσθητο μάλιστα χώρο της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.

Ανδρέας Μοσχονάς
Αθήνα, 20 Ιανουαρίου 2011

Το Σύνταγμα και η μεταρρύθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης - του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Παρασκευή, Ιαν 7 2011 

Η μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης αποτελεί ανέκαθεν μια από τις πλέον προσφιλείς κυβερνητικές εξαγγελίες. Ωστόσο, η μόνη σοβαρή τομή για τα πανεπιστημιακά μας πράγματα, με τα θετικά και τα αρνητικά της, ήταν αυτή του 1982. Έκτοτε αναλήφθηκαν πολλές σχετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες όμως αποδείχθηκαν είτε ατελέσφορες, είτε ατυχείς είτε κατώτερες των περιστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει κατά βάση σε ισχύ ένα θεσμικό πλαίσιο παρωχημένο, προβληματικό και, ιδίως, αναντίστοιχο με τις προκλήσεις των καιρών.
Αρκετοί θεωρούν –άλλοι καλοπροαίρετα και άλλοι υποβολιμαία – ότι το μείζον πρόβλημα για τη δυσπραγία του Πανεπιστημίου είναι το Σύνταγμα, στην αναθεώρηση του οποίου εναποθέτουν πολλές ελπίδες. Προσωπικά δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, διότι φοβούμαι ότι η εισβολή του «ιδιωτικού» στο Πανεπιστήμιο θα γίνει, όπως και σε άλλες αντίστοιχες καταστάσεις (πχ Ραδιοτηλεόραση), με όρους Far West, δηλαδή με αποκλειστικό κριτήριο το άμεσο και εύκολο κέρδος, χωρίς κανόνες και χωρίς αρχές. Το μόνο που θα έβλεπα συζητήσιμο είναι να διατηρηθεί μεν ο δημόσιος χαρακτήρας των Πανεπιστημίων αλλά να μετατραπούν σε Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο γενικά όσο και ως προς την λειτουργία και στη χώρα μας (σοβαρών) εναλλακτικών εκδοχών μη κερδοσκοπικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Εκείνο που προέχει, πάντως, είναι η νομοθετική μεταρρύθμιση, η οποία, κατά την άποψή μου, πέρα από την ορθή διάγνωση των προβλημάτων, προϋποθέτει:
Πρώτον, τον σεβασμό του συνταγματικού πλαισίου
Δεύτερον, τον σεβασμό της πανεπιστημιακής μας παράδοσης, η οποία δεν είναι, συλλήβδην, ούτε απορριπτέα ούτε αμελητέα
Τρίτον, τον προοδευτικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης, που δεν σημαίνει άκριτη και μηχανιστική προσαρμογή στα «σύγχρονα δεδομένα» αλλά προσεκτική διήθησή τους, με κριτήριο το δημόσιο συμφέρον
Τέταρτον, την προσεκτική και σταδιακή προώθηση των αλλαγών, ώστε να μην συσπειρώνονται εναντίον τους, ταυτόχρονα, όλοι οι φορείς της ανώτατης εκπαίδευσης, ακόμη και αν συμφωνούν με ορισμένες πτυχές τους
Πέμπτον, την πρόταξη της μεταρρύθμισης των άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης,
Έκτον, την θέσπιση ενός λιτού και περιεκτικού νόμου-πλαισίου, που δεν θα αναλίσκεται σε δευτερεύουσες και λεπτομερειακές ρυθμίσεις.
Αξιολογώντας, υπό αυτό το πρίσμα, τις πρόσφατες προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εκκινούν κατά βάση από σωστές διαπιστώσεις, ως προς την σημερινή κατάσταση, αλλά και πληρούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ορισμένες από τις ανωτέρω προϋποθέσεις (όπως η πέμπτη και η έκτη). Ως προς τις υπόλοιπες, όμως, φοβούμαι ότι υπάρχουν αρκετές αστοχίες και υστερήσεις, με προεξάρχουσα την πρώτη, για την οποία και θα μιλήσω στη συνέχεια.
Θα ξεκινήσω χωρίς περιστροφές. Είμαι πεπεισμένος ότι οι προτάσεις του Υπουργείου για την διοίκηση των Πανεπιστημίων, πέρα από το ότι είναι εντελώς ξένες προς την εγχώρια παράδοση και υποτιμητικές για το διδακτικό προσωπικό τους, βρίσκονται εκτός του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου. Κομβικό σημείο αυτού του πλαισίου είναι η «πλήρης αυτοδιοίκηση», η οποία, όπως και το άσυλο, δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (και ως τέτοια πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αντιμετωπίζεται).
Τι σημαίνει όμως «αυτοδιοίκηση» στον χώρο του Πανεπιστημίου; Παραφράζοντας έναν παλαιότερο χαρακτηριστικό ορισμό («διοίκησις του τόπου δια του τόπου») θα έλεγα ότι σημαίνει, πολύ απλά, «διοίκησις του Πανεπιστημίου δια του Πανεπιστημίου». Από αυτό δε συνάγεται, πρώτα και πάνω απ’όλα, ότι οι αρχές του πρέπει και να αποτελούνται αλλά και να εκλέγονται αποκλειστικά και μόνο από τα μέλη της ακαδημαϊκής του κοινότητας (με καθολική -άμεση ή έμμεση- ψηφοφορία αλλά και με δυνατότητα σταθμισμένης ψήφου, που θα αναγνωρίζει τον βαρύνοντα ρόλο των διδασκόντων). Με άλλα λόγια, η εν λόγω –και μάλιστα «πλήρης»– αυτοδιοίκηση αποκλείει τόσο την ανάδειξη ενός «εισαγόμενου» Πρύτανη (που θα γίνεται μάλιστα αυτοδικαίως και καθηγητής κατά το κείμενο διαβούλευσης…), όσο και την «εμφύτευση» στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου –ανεξαρτήτως του τρόπου εκλογής του– ενός δισυπόστατου και ερμαφρόδιτου σώματος, όπως το Συμβούλιο, που θα ασκεί τόσο «κυβερνητικές» όσο και αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες αλλά και θα αναδεικνύει, δίκην εκλεκτορικού σώματος, τον ως άνω Πρύτανη. Αρκεί να μεταφέρει κανείς αυτή την πρόταση στον –αντίστοιχο διοικητικά– χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης και να αναρωτηθεί τι θα σήμαινε συνταγματικά η εμφύτευση ενός ανάλογου Συμβουλίου, που θα υποκαθιστούσε εν πολλοίς το Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο και θα αναδείκνυε έναν «εισαγόμενο» Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη…
Ωστόσο, το πλέον παράδοξο είναι ότι πολλές από τις –θεμιτές– επιδιώξεις του υπουργείου θα μπορούσαν να πραγματωθούν χωρίς παραβίαση του Συντάγματος. Τίποτε δεν εμποδίζει, για παράδειγμα, την καθιέρωση μιας αποκεντρωμένης περιφερειακής του μονάδας, υψηλών προδιαγραφών, που θα αντιστοιχείται με κάθε μεγάλο και βιώσιμο Πανεπιστήμιο (συγχωνευομένων των υπολοίπων) και θα ασκεί τόσο τον έλεγχο νομιμότητας (κατά το πρότυπο του «ελεγκτή νομιμότητας» που καθιέρωσε ο «Καλλικράτης») όσο και τις άλλες ελεγκτικές –και μη αυτοδιοικητικές– αρμοδιότητες, που τώρα επιφυλάσσονται για το Συμβούλιο. Τίποτε δεν εμποδίζει, επίσης, να προσληφθούν στα Πανεπιστήμια, μετά από ανοιχτή προκήρυξη, υψηλόβαθμοι και καλά αμειβόμενοι managers, υψηλών προσόντων, που θα προΐστανται των διοικητικών, οικονομικών και τεχνικών υπηρεσιών τους. Διότι, βεβαίως, είναι άλλο πράγμα η λήψη των εν ευρεία εννοία «πολιτικών» αποφάσεων για τα Πανεπιστήμια, που ανήκει κατά το Σύνταγμα στις αυτοδιοικητικές αρχές τους, και άλλο η εφαρμογή τους, ως προς την οποία, όπως και ως προς την εφαρμογή των νόμων της πολιτείας, πράγματι χρειάζεται δραστική παρέμβαση, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού τους. Είμαι δε βέβαιος ότι αν το Υπουργείο απεμπλακεί από τις (αντισυνταγματικές) εμμονές του και κινηθεί προς μια τέτοια κατεύθυνση, η πανεπιστημιακή κοινότητα θα αποδειχθεί πρόθυμος και πολύτιμος συμπαραστάτης.
*Δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής της 1.1.2011, με τίτλο «Το Σύνταγμα και οι μάνατζερ των ΑΕΙ»

Next Page »